Και ο κόσμος θα μιλά

Όταν πια σταμάτησες να μιλάς
προκειμένου να ακούσεις για λίγο,
κατάλαβες ότι όλος ο κόσμος σιωπά
για να ακούσει μόνο τον εαυτό του
γύρω του.

Και είναι από απελπισία
που ξαναρχίζει πάλι να μιλά.
Και είναι από ντροπή
που ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει.
Και είναι από ανημποριά
που δεν τηρεί τους όρκους του.

Μη θυμώνεις.
Όλοι στέκουμε στον ίδιο δρόμο.
Όλοι, ασχέτως ο καθένας που κοιτά.
Ανίκανοι να δούμε πως όσο ο κόσμος κι αν μιλά,
και αν σιωπά,
και αν μιλά πάλι ξανά,
θα μιλά,
και θα σιωπά,
και θα μιλά πάλι ξανά,
μέσ’ από μας.

img_current_613_121_large

Οι ιππότες του βυθού

– Θα χαθώ στα βαθιά, για λίγο, το ‘χω ανάγκη.
– Να επιπλέεις, να σε βλέπω, να ξέρω πως δε σε βούτηξαν ακόμη τα υπόγεια ρεύματα τους.
– Πως συνορεύεις με το δίκαιο;
– Τι είναι αυτά; Τι με ρωτάς; Μιλούσαμε για βάθη και ρηχά.
– Το ίδιο μου κάνει. Τι είναι μια επιφάνεια αν δεν έχει από χάμω έναν πάτο για να φλέγεται;
– Τι σε νοιάζουν πια αυτά; Γιατί μόνος μπερδεύεσαι;
– Θέλω να ξέρω αν κάποτε χαθώ, ψάχνοντας για κάτι παραπάνω, μη τυχόν με λησμονήσουν. Και δεν προσέξουν πως δεν είμαι μόνο τα όσα φαίνομαι.
– … Δεν είσαι. Κανείς δεν είναι. Όλοι το ξέρουν. Ο καθένας για τον άλλο.
– Και τότε γιατί κανένας δεν ψάχνει να με βρει; Στο βάθος μου. Στο αληθινό μου βάθος.
– Γιατί φοβούνται, καλέ μου, φοβούνται, τι θα βρεις ύστερα στο δικό τους. Μη θυμώνεις.
– Και τι να κάνω μέχρι ο φόβος να περάσει;
– Γιατί είναι στολισμένα τόσο περίτεχνα ο βυθός αναρωτήθηκες ποτέ σου;
– Περιμένοντας να τον βρουν έβαλε τα καλά του θες να μου πεις;
– Ακριβώς.
– Και πως ήξερε πότε θα ‘ρθουν; Για ποιους θα ετοιμαστει;
– Δεν ήξερε πότε θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται από νωρίς.
Δεν ήξερε ποιοι θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν για όλους. Δεν ήξερε αν θα ‘ρθουν, γι’ αυτό δεν απεπλιζόταν και δεν ήλπιζε. Δεχόταν μόνο την άγνοια του. Κι έτσι έγινε πλούσιος, τόσο πλούσιος που κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ακόμα κι αν μόνο λίγοι, και γενναίοι, τον είχαν δει από κοντά, και διηγιόντουσαν σε άλλους τι είχαν δει. Κι έτσι θα ζούσε περισσότερο από όλους. Και για όλους. Πήγαινε, όμως, τώρα, βγάζει κύμα, να τιμωρήσει ο ουρανός τα ρηχά, που στέκονται ανάμεσα στον ίσκιο και την αρμύρα.

Κανόνες χρήσης της σιωπής

Η σιωπή πρέπει να ξεκινάει από μέσα, για να χαρακτηριστεί σύμμαχος σου.
Όταν σου επιβάλλεται ή την επιβάλλεις στον εαυτό σου,
η καθαρότητα της θολώνει και καλύπτει αυτό το οποίο και αντιμάχεται.
Γιατί η σιωπή πάντα παλεύει με κάτι.
Αν έχεις το θάρρος να το δεις, η σιωπή σου κατατάσσεται στις διαμαρτυρίες.
Αν πάλι όχι, η σιωπή σου αποτυγχάνει του σκοπού της και μένει μόνη.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που θα ακούσουν τη σιωπή σου.
Αλλά όταν τους δεις, να τους αρπάξεις απ’ το χέρι και να μην τους αφήσεις να παν πουθενά.
Η σιωπή αντέχεται πάντα, αν έχει μια αιτία να υπομένει.
Η σιωπή είναι αφόρητη για όσους τη φορούν σα ρούχο δανεικό,
γιατί αδυνατούν να φορέσουν κάτι άλλο.
Στη δεύτερη περίπτωση, τρέφεται από το άτομο που τη φορά,
ενώ στην πρώτη το τρέφει,
καθώς ζητούμενο της είναι να βρει τα λόγια αυτά
που θα δικαιολογήσουν την ύπαρξη της
με το καλύτερο δυνατό τρόπο και θα καταστήσουν σαφές
πως η σιωπή είναι μια μορφή επικοινωνίας,
απείρως ισχυρότερη από έναν συμβολικό κώδικα επικοινωνίας, όπως αυτόν που παρέχει η γλώσσα,
καθώς η σιωπή δείχνει άσχημα σε όσους τη χρησιμοποιούν για να περάσουν το δικό τους,
σε αντίθεση με τη γλώσσα, που με τον κατάλληλο χειρισμό,
δείχνει πάντα καλύτερα σε όσους γνωρίζουν λιγότερα απ’ όσα λένε πως γνωρίζουν.

Η σιωπή φοριέται πάντα από μέσα.

Γιατί η σιωπή…

«Επιστρέφει και καταπίνει φωτιές,
πίνει μεδούλι και μετράει τους σφυγμούς σου..»