Περιουσίες

Οι μύθοι των άλλων είναι δική τους περιουσία.
Μην καταστρέφετε ό,τι δε σας ανήκει.
Κι αν ο κόσμος αποτελείται από κακούς, και καλούς,
διαλέγω το παράδοξο,
αυτό που μου επιτρέπει να μην παίζω «κλέφτες και αστυνόμους»
όλη μου τη ζωή.

Μεγαλώνουμε, και όσο μεγαλώνουμε,
μεγαλώνουνε μαζί μας και τα όνειρα.
Όσα κρύβαμε, φυλαγμένα στα συρτάρια,
πια δε μας ανήκουν.
Οφείλουμε, στους εαυτούς μας και στους γύρω μας,
να πάψουμε να είμαστε οι δειλοί
σε έναν κόσμο που επανειλημμένα
βλέπουμε
τη δειλία να αλλάζει ονόματα, χέρια, αιτήματα
προκειμένου να ανακυκλωθεί.
Ισχυρός θα δεις να είναι
αυτός που συνεχίζει
ως έχει
κι ας τον φωνάζουν όλοι στον δρόμο
ανίσχυρο.

Γιατί θα παίρνει επάνω του
όλη μα όλη την ευθύνη.
«Κι αν θα χαθεί ο κόσμος, πάλι εγώ θα φταίω»,
θα τον ακούσεις.

Advertisements

ΒΡΕΘΗΚΕ

Βρέθηκε ζευγάρι ακατέργαστων ναι, σε σχήμα καρδιάς, στην περιοχή Ελπίδας, οδός Υπόσχεση και Ονείρου γωνία. Ο ιδιοκτήτης τους φαίνεται να τα άφησε ασυνόδευτα, καθώς βρέθηκαν να τον περιμένουν υπομονετικά.

Δεν υπάρχουν σημαντικά ίχνη φθοράς, εκτός ίσως από ένα μικρό σημάδι καύτρας στον δεξί καρπό του ενός και μια λεπτή αμυχή στο αριστερό μάγουλο του άλλου… Ο δεσμός που τα ένωνε με τον ιδιοκτήτη τους φαίνεται να έχει από καιρό κοπεί – απλώς αυτά δεν το πήραν χαμπάρι.

Η ηλικία τους είναι αδιευκρίνιστη, αν και υπάρχει μια μικρή υπόνοια σε σχέση με το πόσος καιρός τους απομένει. Είναι φιλικά με τους ξένους και η οικειότητα μοιάζει να τα πολλαπλασιάζει. Αδυνατούν να συνυπάρξουν στον ίδιο χώρο με οτιδήποτε τα τρομοκρατεί – μια τέτοια συνάντηση τα μετατρέπει αυτομάτως σε όχι.

Δίνονται σε όποιον διατίθεται να τα διατηρεί ζεστά, ακόμα και σε περίοδο απουσίας του.

Υποσημείωση 1: Θερμή παράκληση: Αν πρόκειται να δώσετε τα ναι σας σε κάποιον, μη τα αφήνετε στο κρύο να σας περιμένουν. Ίσως βρεθεί κάποιος, πιο έξυπνος από εσάς, και τα στρέψει εναντίον σας.

Το γαλάζιο του γκρίζου

Για γαλάζια ονείρατα θα σου τραγουδήσω απόψε
Το χειλάκι σου να σκάσει ένα χαμόγελο, κόψε τη λύπη σου, κόψε
Ό,τι σου γέρνει τη πλάτη, πέτα ψηλά ακροβάτη
Στα νερά μιας θάλασσας χωρίς βυθό και κύμα
Αφέσου να σε ταξιδέψει, χωρίς κατάρτια και σειρήνα
Μια γεύση αλμύρα στο λαιμό κι οι κόμποι λύνονται
Γοργόνα γίνε και τα πελάγη θα συστήνονται, θα υποκλίνονται
Την ομορφιά μη την κρατάς, να τη χαρίζεις όπου πας, κι αν αγαπάς
Θα δεις να χύνονται, νερά από κρύσταλλο, μη φοβηθείς
Είναι ο ήχος της σιωπής – αυτή η βροντή που ακούς, ξεσπάει
κακό δε κάνει, θέλει να μάθει να μιλάει
Αντέχεις όπως είσαι ή θελεις μια φωλιά για ουρανό;
Να χεις να την παινεύσαι όπως κάνουν κι οι ανθρώποι
Να χεις κάπου να γυρνάς, όταν θαρείς πως είσαι μόνη
Μεγαλώνεις τάχα τώρα ή παίρνεις μόνο ύφος και μπόι;
Χαμογέλα στο ξανάπα μη ξεχνιέσαι, δε ξεχνάει το ρολόι
Θελω να ρθει ένας θεός να μου πει τι σου φυλάει
Όποιος απ όλους το τολμάει, να μου πει τι σε κρατάει
Δε θα θυμώσω
Πως να θυμώσω με μια σταγόνα που ναι αιώνια όσο κυλάει,
με ένα γκρίζο που μασκαρεύεται πως αγαπάει;
Εγώ είμ εδώ, κι αν δεν κοιτάς πάλι είμαι εδω..να σε κοιτώ

Τα θηρία στον κήπο

Ο Τρόμος κατασκηνώνει στα περίχωρα από καθαρή στρατηγική. Επιζητά να διακόψει τον ανεφοδιασμό από το Όνειρο. Γι’ αυτό και αποτυγχάνει. Το Όνειρο στήνει ενέδρες πάντα στα πιο δύσβατα σημεία. Χωρίς να ζητά ενισχύσεις. Και χωρίς να εκλιπαρεί για συμμαχίες. Αποτολμά εκεί ακριβώς όπου βρίσκεται. Γι’ αυτό και επιβιώνει. Δίνεται ολοκληρωτικά. Αν δεν δινόταν, θα περίμενε. Μόνιμα.

Ο Φόβος πάντα γνώριμο σκηνικό. Ένας ασθενικός γέρος γυρνά μια ξεκούρδιστη λατέρνα, εντός μου. Της οφείλω τη ζωή μου – η μανιβέλλα της είναι συνδεδεμένη με την καρδιά μου – όσο γυρνάει αυτή, γυρνάν τα πάντα. Σε περιπτώσεις ανάγκης ειδικό ρεπερτόριο: Σιωπή. Μια χοντρή κυρία – μυωπικά γυαλιά, σκελετός από ελεφαντόδοντο, χοντρές ρυτίδες περιφρόνησης στις άκρες των χειλιών – ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους του κορμιού μου, μέσα σ’ ένα κουβούκλιο κρεμασμένο από σκοινιά και μια τροχαλία στο βάθος του λαιμού. Επιθεωρεί, και κάθε λίγο και λιγάκι φέρνει το δάχτυλο στο στόμα σαν δύστροπη δασκάλα δημοτικού, ‘Σωπάστε επιτέλους!’ Τα μαθητούδια υπακούουν. Σιωπή εδώ, φασαρία στα επάνω δώματα.

Άραγε τι να γίνεται εκεί; Άραγε θα ησυχάσουν ποτέ εκεί πάνω; Να πάρει η λατέρνα ζωή, να πάρει πόδι κι η δασκάλα, και να μείνουμε εμείς κι εμείς, να τραγουδάμε για όσα δεν μπόρεσε να κάνει ένα μυαλό, αλλά τα μπόρεσε αυτός ο αδύναμος ευγενικός παππούλης, που ήξερε κάτι που δεν ξέρουν όλοι οι άλλοι. Πως «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά. Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά»*.

* Οδός Ονείρων – Μ.Χατζιδάκις

Πλάνη

Μην περιμένεις από μένα κανακέματα
ούτε και ψέματα που θα στολίζουν το όνειρο σου
αυτά τ’ αφήνω στων πολλών τα μαστορέματα
που δικαιώνουν όπως ξέρουνε καλά το άδικο σου.
Άσε με εμένα
να βρίσκω μόνη μου το δρόμο
να μη ξεχνάω ποτέ ό,τι αγάπησα
και να μαγεύομαι από την πλάνη
των παρανόμων.
Είναι ό,τι λάτρεψα και ποτέ δεν άφησα.
Είναι ό,τι γύρεψα στους άλλους
μα παίξανε άνισα
Διώχνω μακριά μου λόγια
που ζάλισα
κι αν δε κατάφερα πολλά φταίω για κείνα,
μα όταν νοστάλγησα κατάλαβα πως άργησα.
Το χτες δεν έχει στο αύριο μοίρα.
Με συνομώτη τη σιωπή και την αλήθεια
ψάχνω να βρω μια διαφυγή από τα φίδια
κι όσα τριγύρω μονοπάτια κι αν πήρα
ποτέ δε στέριωσα σε ένα πάντα θα ‘μαι στη γύρα.
Σ’ όσους ανθρώπους γύρω μου κι αν χαμογέλασα
ήτανε για να τους δώσω ένα λόγο να πιστεύουνε
εμένα ποτέ δε με κέρασα.
Ποτέ δεν υποσχέθηκα, ίσως να το θυμάσαι,
ό,τι τα σχέδια είναι για τους φυγόπονους απο μικρή το υποπτεύθηκα
κι ενώ εσύ μπορεί να τη φοβάσαι,
εγώ τη ζωή μου έτσι την ονειρεύτηκα
απο το αβέβαιο και το απρόσμενο ίσως να κολακεύτηκα.

Μυρίζει καμένο – μα ακόμα;

Ως πότε θα τρώω για πρωινό τη σκέψη σου
και θα σερβιρίζομαι με τον καφέ σου;
Ως πότε θα κοιμάμαι με ένα μολύβι κάτω απ’ το μαξιλάρι
μήπως τάχα το βράδυ όταν κοιμάμαι, περάσει κάτι όμορφο
και έτσι άοπλη που θα με βρει,
θα με αφήσει το πρωί όταν ξυπνήσω να το έχω κιόλας ξεχάσει
(για να με τιμωρήσει)
μυρίζουν λέξεις οι στιγμές σου κι αλήθεια
γιατί ποτέ δεν είδα το άρωμα σου;
μήπως το έθαψες κι αυτό μαζί με τα χαμόγελα που μου πήρες όταν έφυγες;
και τώρα που το έργο τελείωσε και δεν πειράζει αν μάθω,
σε παρακαλώ πες μου που πηγαίνουν όσοι φεύγουν;
πες μου αλήθεια συγκεντρώνονται όλοι μαζί σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο;
συζητάνε εκεί;μήπως τα πίνουν;μήπως θέλουν να γυρίσουν πίσω;
θα τους ρωτήσεις όταν τους δεις;
γιατί στ’ αλήθεια κοντεύω να στραμπουλήξω τα μάτια μου
βλέποντας και ξαναβλέποντας τα ίδια.
έχω μάθει απ’έξω όλους τους διαλόγους-κι αν ήταν και πρωτότυποι θα πήγαινε στα κομμάτια αλλά…
έχω ζυγιάσει κάθε σκηνικό, έχω επιμεληθεί της μουσικής.
και στο ορκίζομαι ακόμα ακούω τη τζάνις τζόπλιν
να εκλιπαρεί να της πάρουν ακόμα ένα κομμάτι.
ελπίζω τουλάχιστον εκείνη κάποιος να την άκουσε.

Μυρίζει καμένο – ακόμα

το δέρμα μου γεμάτο γκρεμούς
τα δάχτυλα μου ράγες-σπασμένες-να θυμίζουν πως κάποτε
εδώ τρέχανε όνειρα και ξεκινούσαν ιστορίες
το στόμα μου μετατράπηκε σε ναρκοπέδιο
δεν μπορεί να ανοίξει-φοβάται μη ξαφνικά φτύσει
καμιά από τις νάρκες που του χάρισες-γλυκά
κι έτσι το κορμί θα χάσει κάθε απόδειξη λεηλασίας του
οι αποδείξεις λεηλασίας της ψυχής-μου είπανε-δεν προσμετρώνται στα δικαστήρια
θα χάσω τη δίκη
βύθισα τα όνειρα μου στον πάτο μιας θάλασσας
-ούτε θυμάμαι τ’όνομα της πάνε χρόνια-
και τα δεσα με το κορμί μου
για να μην εξεγερθούνε καμιά μέρα
και βγούν στην επιφάνεια
τώρα όταν το αίμα μου εξατμίζεται αφήνει ένα στρώμα σκουριάς
και η εστίαση του φακού μοιάζει να χάνεται όταν περνάς εσύ από μπροστά
η επιγραφή δηλώνει «ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ»
και την έμπηξες βαθιά στα μάτια μου την ώρα που έφευγες
ευχαριστώ που προνόησες να πάρεις και τα χαμόγελα μου μαζί