Ανεμοστροβιλίσματα

Θα σε συναντήσω στην γραμμή του πληθυντικού.
Εκεί που το ένα πολλαπλασιάζεται.
Εκεί που τα όνειρα σημαδεύουν τις γωνίες των τόπων που αγαπούν.
Σαν τις τσακισμένες άκρες των σελίδων που αγαπάς.
Εκεί που πάντα σκοπεύεις να επιστρέψεις.
Και δε θα φοβάμαι.
Δε θα φοβάμαι, γιατί θα ξέρω
πως σημαδεύουμε μόνο αυτά στα οποία γυρεύουμε να επιστρέψουμε.
Και έτσι θα μαι εγώ ο τόπος επιστροφής σου.
Υπογεγραμμένος για πάντα με τ’ όνομα σου.

Advertisements

Προς αναζήτηση ωκεανών

Διασχίζει ωκεανούς, αλλά δεν τους φιλά.

Δίνει μα δε δίνεται, και δεν ξεψυχά.

Θα ‘θελα να ‘μαι σαν κι αυτό,

λαβωμένο μα συμπαγές.

Να μη με τρομάζουν οι αποχρώσεις,

ο βυθός της κάθε θάλασσας να γίνεται βυθός μου.

Και κυρίως, αυτό κυρίως,

Σ’ όσες ακτές με σκίζουνε κομμάτια

να μη ξαναγυρίζω.

 

Θεριό που κατασκευάζεται επί τόπου

και διαλύεται στο παραδείναι.

Αναγεννιέται μόνο στην υπόσχεση όλων εκείνων των φάρων

που του τάζουνε ξεκούραση στα βράχια τους

και ταξιδεύει μακριά, μαζί με το βαρύ φορτίο του.

Διψά να καταλαγιάσει το τρέμουλο του.

 

Το κύμα που μου χάρισες.

Όξω ρε

Εγώ, αγάπη μου, αν σε ερωτευτώ, σου κατεβάζω τον ήλιο και όλες του τις ακτίνες για να τα έχεις φυλαχτό. Έτσι. Για το χατίρι σου.
Γι’ αυτό σου λέω, λοιπόν, άσε τα λόγια τα λιπόψυχα και τις πράξεις τις φουριόζικες, τις δήθεν τυχαία καμωμένες. Σ’ αυτούς που χαμπαριάζουν από ψίχουλα που τους πετούν στο δρόμο, ακόμα δεν έμελε ν’ ανήκω.

Περιουσίες

Οι μύθοι των άλλων είναι δική τους περιουσία.
Μην καταστρέφετε ό,τι δε σας ανήκει.
Κι αν ο κόσμος αποτελείται από κακούς, και καλούς,
διαλέγω το παράδοξο,
αυτό που μου επιτρέπει να μην παίζω «κλέφτες και αστυνόμους»
όλη μου τη ζωή.

Μεγαλώνουμε, και όσο μεγαλώνουμε,
μεγαλώνουνε μαζί μας και τα όνειρα.
Όσα κρύβαμε, φυλαγμένα στα συρτάρια,
πια δε μας ανήκουν.
Οφείλουμε, στους εαυτούς μας και στους γύρω μας,
να πάψουμε να είμαστε οι δειλοί
σε έναν κόσμο που επανειλημμένα
βλέπουμε
τη δειλία να αλλάζει ονόματα, χέρια, αιτήματα
προκειμένου να ανακυκλωθεί.
Ισχυρός θα δεις να είναι
αυτός που συνεχίζει
ως έχει
κι ας τον φωνάζουν όλοι στον δρόμο
ανίσχυρο.

Γιατί θα παίρνει επάνω του
όλη μα όλη την ευθύνη.
«Κι αν θα χαθεί ο κόσμος, πάλι εγώ θα φταίω»,
θα τον ακούσεις.

ΒΡΕΘΗΚΕ

Βρέθηκε ζευγάρι ακατέργαστων ναι, σε σχήμα καρδιάς, στην περιοχή Ελπίδας, οδός Υπόσχεση και Ονείρου γωνία. Ο ιδιοκτήτης τους φαίνεται να τα άφησε ασυνόδευτα, καθώς βρέθηκαν να τον περιμένουν υπομονετικά.

Δεν υπάρχουν σημαντικά ίχνη φθοράς, εκτός ίσως από ένα μικρό σημάδι καύτρας στον δεξί καρπό του ενός και μια λεπτή αμυχή στο αριστερό μάγουλο του άλλου… Ο δεσμός που τα ένωνε με τον ιδιοκτήτη τους φαίνεται να έχει από καιρό κοπεί – απλώς αυτά δεν το πήραν χαμπάρι.

Η ηλικία τους είναι αδιευκρίνιστη, αν και υπάρχει μια μικρή υπόνοια σε σχέση με το πόσος καιρός τους απομένει. Είναι φιλικά με τους ξένους και η οικειότητα μοιάζει να τα πολλαπλασιάζει. Αδυνατούν να συνυπάρξουν στον ίδιο χώρο με οτιδήποτε τα τρομοκρατεί – μια τέτοια συνάντηση τα μετατρέπει αυτομάτως σε όχι.

Δίνονται σε όποιον διατίθεται να τα διατηρεί ζεστά, ακόμα και σε περίοδο απουσίας του.

Υποσημείωση 1: Θερμή παράκληση: Αν πρόκειται να δώσετε τα ναι σας σε κάποιον, μη τα αφήνετε στο κρύο να σας περιμένουν. Ίσως βρεθεί κάποιος, πιο έξυπνος από εσάς, και τα στρέψει εναντίον σας.

Το γαλάζιο του γκρίζου

Για γαλάζια ονείρατα θα σου τραγουδήσω απόψε
Το χειλάκι σου να σκάσει ένα χαμόγελο, κόψε τη λύπη σου, κόψε
Ό,τι σου γέρνει τη πλάτη, πέτα ψηλά ακροβάτη
Στα νερά μιας θάλασσας χωρίς βυθό και κύμα
Αφέσου να σε ταξιδέψει, χωρίς κατάρτια και σειρήνα
Μια γεύση αλμύρα στο λαιμό κι οι κόμποι λύνονται
Γοργόνα γίνε και τα πελάγη θα συστήνονται, θα υποκλίνονται
Την ομορφιά μη την κρατάς, να τη χαρίζεις όπου πας, κι αν αγαπάς
Θα δεις να χύνονται, νερά από κρύσταλλο, μη φοβηθείς
Είναι ο ήχος της σιωπής – αυτή η βροντή που ακούς, ξεσπάει
κακό δε κάνει, θέλει να μάθει να μιλάει
Αντέχεις όπως είσαι ή θελεις μια φωλιά για ουρανό;
Να χεις να την παινεύσαι όπως κάνουν κι οι ανθρώποι
Να χεις κάπου να γυρνάς, όταν θαρείς πως είσαι μόνη
Μεγαλώνεις τάχα τώρα ή παίρνεις μόνο ύφος και μπόι;
Χαμογέλα στο ξανάπα μη ξεχνιέσαι, δε ξεχνάει το ρολόι
Θελω να ρθει ένας θεός να μου πει τι σου φυλάει
Όποιος απ όλους το τολμάει, να μου πει τι σε κρατάει
Δε θα θυμώσω
Πως να θυμώσω με μια σταγόνα που ναι αιώνια όσο κυλάει,
με ένα γκρίζο που μασκαρεύεται πως αγαπάει;
Εγώ είμ εδώ, κι αν δεν κοιτάς πάλι είμαι εδω..να σε κοιτώ

Τα θηρία στον κήπο

Ο Τρόμος κατασκηνώνει στα περίχωρα από καθαρή στρατηγική. Επιζητά να διακόψει τον ανεφοδιασμό από το Όνειρο. Γι’ αυτό και αποτυγχάνει. Το Όνειρο στήνει ενέδρες πάντα στα πιο δύσβατα σημεία. Χωρίς να ζητά ενισχύσεις. Και χωρίς να εκλιπαρεί για συμμαχίες. Αποτολμά εκεί ακριβώς όπου βρίσκεται. Γι’ αυτό και επιβιώνει. Δίνεται ολοκληρωτικά. Αν δεν δινόταν, θα περίμενε. Μόνιμα.

Ο Φόβος πάντα γνώριμο σκηνικό. Ένας ασθενικός γέρος γυρνά μια ξεκούρδιστη λατέρνα, εντός μου. Της οφείλω τη ζωή μου – η μανιβέλλα της είναι συνδεδεμένη με την καρδιά μου – όσο γυρνάει αυτή, γυρνάν τα πάντα. Σε περιπτώσεις ανάγκης ειδικό ρεπερτόριο: Σιωπή. Μια χοντρή κυρία – μυωπικά γυαλιά, σκελετός από ελεφαντόδοντο, χοντρές ρυτίδες περιφρόνησης στις άκρες των χειλιών – ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους του κορμιού μου, μέσα σ’ ένα κουβούκλιο κρεμασμένο από σκοινιά και μια τροχαλία στο βάθος του λαιμού. Επιθεωρεί, και κάθε λίγο και λιγάκι φέρνει το δάχτυλο στο στόμα σαν δύστροπη δασκάλα δημοτικού, ‘Σωπάστε επιτέλους!’ Τα μαθητούδια υπακούουν. Σιωπή εδώ, φασαρία στα επάνω δώματα.

Άραγε τι να γίνεται εκεί; Άραγε θα ησυχάσουν ποτέ εκεί πάνω; Να πάρει η λατέρνα ζωή, να πάρει πόδι κι η δασκάλα, και να μείνουμε εμείς κι εμείς, να τραγουδάμε για όσα δεν μπόρεσε να κάνει ένα μυαλό, αλλά τα μπόρεσε αυτός ο αδύναμος ευγενικός παππούλης, που ήξερε κάτι που δεν ξέρουν όλοι οι άλλοι. Πως «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά. Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά»*.

* Οδός Ονείρων – Μ.Χατζιδάκις