Επιφυλάξεις

Καθρεφτίζεται στη σκέψη μου
η εικόνα σου.
Κάνω το χρόνο μαξιλάρι
και ακουμπώ,
ίσως με κάποια επιφύλαξη,
το κεφάλι μου.
Ξέρω πως θα μου ξεγλιστρήσει.
Στο τέλος.
Όμως, δεν προσβάλει κανέναν, νομίζω,
να στηριχθώ για λίγο επάνω του.
Για λίγο μόνο,
και για όσο μου δίνεται.

Advertisements

Στο που και που

Στο που και που
γυρεύω στις λάσπες πυξίδες λαθραίες
δαγκωμένες στην άκρη, φαγωμένες λιγάκι.
Ακουμπώ σε βράχους που δε στηρίζονται πουθενά,
Είναι μια απάτη των ματιών η σταθερότητα που εμφανίζουν.
Χάνονται αν πάρεις τα μάτια σου, η ύπαρξη τους βασίζεται μόνο στη δική σου.
Οι σκιές κρατιούνται από το φόβο στα όνειρα
και μου πιάνουν κουβέντα.
Στο που και που. Μόνο στο που και που.
Υπολείπομαι φαντασίας όταν συνομιλώ με κάτι που μου μοιάζει,
ή τουλάχιστον με κάτι που γυρεύει κομμάτια μου,
ή είναι αυτά.
Ο φόβος.
Καλός συνομιλητής αν ξέρεις να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.
Οι οπαδοί του ξέρουν από ενέδρες, αυτά τα χουμε ξαναπεί.
Στο που και που αντιμιλώ στις σκιές κι εκείνες αλλάζουν χρώμα,
ξεφυσούν κι από τα ρουθούνια τους βγαίνει η φωνή μου, εις διπλούν.
“Τι θα είσαι χωρίς εμάς;”
“Τι θα είστε χωρίς εμένα;”
Τις ξεκολώ, μία μία, κι ας μου πήρε χρόνια να τις ράψω πάνω μου.
Στη χώρα του Ποτέ, ποτέ πια.

Οι ιππότες του βυθού

– Θα χαθώ στα βαθιά, για λίγο, το ‘χω ανάγκη.
– Να επιπλέεις, να σε βλέπω, να ξέρω πως δε σε βούτηξαν ακόμη τα υπόγεια ρεύματα τους.
– Πως συνορεύεις με το δίκαιο;
– Τι είναι αυτά; Τι με ρωτάς; Μιλούσαμε για βάθη και ρηχά.
– Το ίδιο μου κάνει. Τι είναι μια επιφάνεια αν δεν έχει από χάμω έναν πάτο για να φλέγεται;
– Τι σε νοιάζουν πια αυτά; Γιατί μόνος μπερδεύεσαι;
– Θέλω να ξέρω αν κάποτε χαθώ, ψάχνοντας για κάτι παραπάνω, μη τυχόν με λησμονήσουν. Και δεν προσέξουν πως δεν είμαι μόνο τα όσα φαίνομαι.
– … Δεν είσαι. Κανείς δεν είναι. Όλοι το ξέρουν. Ο καθένας για τον άλλο.
– Και τότε γιατί κανένας δεν ψάχνει να με βρει; Στο βάθος μου. Στο αληθινό μου βάθος.
– Γιατί φοβούνται, καλέ μου, φοβούνται, τι θα βρεις ύστερα στο δικό τους. Μη θυμώνεις.
– Και τι να κάνω μέχρι ο φόβος να περάσει;
– Γιατί είναι στολισμένα τόσο περίτεχνα ο βυθός αναρωτήθηκες ποτέ σου;
– Περιμένοντας να τον βρουν έβαλε τα καλά του θες να μου πεις;
– Ακριβώς.
– Και πως ήξερε πότε θα ‘ρθουν; Για ποιους θα ετοιμαστει;
– Δεν ήξερε πότε θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται από νωρίς.
Δεν ήξερε ποιοι θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν για όλους. Δεν ήξερε αν θα ‘ρθουν, γι’ αυτό δεν απεπλιζόταν και δεν ήλπιζε. Δεχόταν μόνο την άγνοια του. Κι έτσι έγινε πλούσιος, τόσο πλούσιος που κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ακόμα κι αν μόνο λίγοι, και γενναίοι, τον είχαν δει από κοντά, και διηγιόντουσαν σε άλλους τι είχαν δει. Κι έτσι θα ζούσε περισσότερο από όλους. Και για όλους. Πήγαινε, όμως, τώρα, βγάζει κύμα, να τιμωρήσει ο ουρανός τα ρηχά, που στέκονται ανάμεσα στον ίσκιο και την αρμύρα.

Μου είπαν

Μου είπαν πως αν θελήσω να αγαπήσω την αδυναμία
θα πρέπει να πιστέψω πως είμαι άξια της δύναμης.

Μου είπαν πως αν η αγάπη μοιάζει να απομακρύνεται όσο την κυνηγώ
τότε δεν είναι η αγάπη που ζητώ.

Μου είπαν πως όταν κάτι με τρομάζει
έχει κάτι μεγάλο να μου προσφέρει.

Μα μου είπαν, ακόμα κάτι,
πως ο θυμός που ένιωθα κάποτε
ήταν η αγάπη του εαυτού μου που πατούσα.

Μα πρώτα πρώτα μου είπαν
‘Σώπασε αν θέλεις ν’ ακούσεις.
Τις αλήθειες ποτέ κανείς δε τις φωνάζει.’

Το θέατρο της λογικής

Φοράω τα χρώματα που μου ζητούν να φορέσω.
Υποκινούμαι από τα ίδια νήματα
που υποκινούν
εκείνους
που σιχαίνομαι
και είμαι περήφανος γι’ αυτό
γιατί έτσι μου μάθαν,
μου μάθαν πως αν πολεμάω με παρέα
έχω ιερό σκοπό
μα αν μένω μόνος
κάτι υπάρχει πάνω μου στραβό.
Γι’ αυτό κι εγώ φωνάζω
κι εξοργίζομαι,
όταν μου λένε να φωνάξω, όταν μου λένε να εξοργιστώ.
Στην επανάσταση τους
είμαι πάντοτε αρχηγός.
Και ξέρουν τι θα πω, και πως θα το πω,
μου μετρούν τις λέξεις, κι ύστερα μου τις σερβίρουν,
κι εγώ μεγαλοπιάνομαι, γιατί νομίζω πως τάχα ήταν πάντοτε δικές μου.
Μου υπαγορεύουν το συναίσθημα, μου λεν επίσης που θα πρέπει να τονίζω τις προτάσεις,
πως θα πρέπει η φωνή λίγο να σπάει, μου μαθαίνουν,
κι έτσι να δίνεται έμφαση στην ανύπαρκτη συγκίνηση μου
και στο πόσο με συνεπαίρνει
να είμαι πολίτης αυτού του κόσμου
και να θυμώνω με τα θύματα του,
και με το αίμα που χύνεται άδικα.

Ποιο είναι το άδικα,
εξοργισμένε άνθρωπε,
το γνωρίζεις το άδικα
ή στο σφυρίξανε κι αυτό
στα μαθήματα επιφανής συνειδητότητας
που κρατάνε από τα γεννητούρια σου;
Φόρα τη μάσκα σου τώρα, εξοργισμένε άνθρωπε,
όπως τόσες και τόσες φορές
κι όταν θα τελειώσει κι αυτή η μέρα,
θα σβήσεις πάλι, όπως το φως, και την οργή σου.
Θα την αφήσεις στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι σου
κι αυτή υπομονετική θα σε περιμένει πάλι εκεί
το επόμενο πρωί
να τη ρίξεις επάνω σου
τώρα που κάνει κρύο
στον καιρό χωρίς όραμα.
Μα η οργή, εξοργισμένε άνθρωπε, ξεχνάς
δε σβήνει
παρά μόνο αν καταφέρει τον σκοπό της.
Μα αυτό δε στο μαθαίνουν στα «σχολεία»…

H Αλίκη στη Χώρα των Μαγεμένων Εποχών

Στην οδό παραπλεύρως του ωκεανού της ύπαρξης
βαδίζεις εθελοτυφλώντας
και κάποτε με συμπόνια προς τα όσα σε αποτελούν.
Ισχυρίζεσαι πως είσαι μοναδική
μα όλο πέφτεις σε πηγάδι
που το ακριβές του βάθος αγνοείς.
Ψάχνεις τη δική σου Αλίκη
στη χώρα των Μαγεμένων Εποχών
και βαφτίζεις το μικρό μεγάλο
από φόβο μη τυχόν είσαι κι εσύ από αυτούς
που θα κατατάξουνε στους λιγοστούς.

Αρνείσαι τη δύναμη σου, μα στο από κοντά
μπορείς πάντα περισσότερα από όλους τους υπόλοιπους μαζί.
Το θυμικό σου ο σάκος του αιόλου,
το αδειάζεις επάνω σου, σαν από καπρίτσιο,
και υπερηφανεύεσαι πως είσαι ακόμα δυνατή,
πως μπορείς να παραμείνεις εσύ, ακόμα και ύστερα απ’ αυτό.
Μέχρι να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη,
είναι πλέον αργά, για να προλάβεις την αλλαγή
των όλων όσων έκατσαν επάνω σου, το δίχως άλλο,
με τη δειλή συναίνεση σου.

Έχεις τα χούγια σου, και τα κουμπιά σου,
κι όσα οι άλλοι από σένα ζητούν,
εσύ τους τα ‘χεις δώσεις ήδη,
κι έτσι όπως μόνο απ’ την αξία της προσφοράς σου
περιμένεις αναγνώριση,
τα λίγα που σου δίνουν έμαθες να τα στολίζεις
και να τρέφεσαι μόνο από όσα σου πετούν.

Αποκαλείσαι συνείδηση, όμως αυτό που πραγματικά είσαι
είναι όσα κομμάτια του δρόμου ένωσες
και τα κανες ζωή σου.

Αφόρετες επιθυμίες

Τις περισσότερες φορές δεν είναι τα όσα κρύβονται από πίσω,
αλλά η επιθυμία σου να ακουστείς.

Σα στρατιωτάκια παραταγμένα όλες σου οι επιθυμίες.
Μπορείς να προσθέσεις ακόμα μία.

Δεν σταματούσα να κινούμαι. Κι εσύ με ρωτούσες, αφελής,
‘Που θες να πας;’

‘Μια αόριστη κίνηση σε καλύπτει ολόκληρη’, Θυμάσαι;
Αφελής.

Φοβόμουν σε κάθε στιγμής της διαδρομής,
γι’ αυτό δε σταμάτησα στιγμή να προχωράω.

Γι’ αυτό δεν έπαυα στιγμή να δραπετεύω.
Ήθελα να χωρέσω σε όσα μου κρύβονταν.

Ήθελα να χωρέσω τις επιθυμίες στον έρωτα.
Πως να χωρέσεις το οτιδήποτε σε κάτι τόσο γεμάτο από τον εαυτό του;

Και πως να χρεώσεις τον έρωτα
όταν ακόμα δεν μπορείς να ξεχρεώσεις την ήττα του;

Μη μου ζητάς να ξεμπερδεύω μαζί του.
Μη μου ζητάς να βγάλω όσα φορώ για να γίνω κάτι άλλο.

Αδυνατώ.
Αφελής.