Στο που και που

Στο που και που
γυρεύω στις λάσπες πυξίδες λαθραίες
δαγκωμένες στην άκρη, φαγωμένες λιγάκι.
Ακουμπώ σε βράχους που δε στηρίζονται πουθενά,
Είναι μια απάτη των ματιών η σταθερότητα που εμφανίζουν.
Χάνονται αν πάρεις τα μάτια σου, η ύπαρξη τους βασίζεται μόνο στη δική σου.
Οι σκιές κρατιούνται από το φόβο στα όνειρα
και μου πιάνουν κουβέντα.
Στο που και που. Μόνο στο που και που.
Υπολείπομαι φαντασίας όταν συνομιλώ με κάτι που μου μοιάζει,
ή τουλάχιστον με κάτι που γυρεύει κομμάτια μου,
ή είναι αυτά.
Ο φόβος.
Καλός συνομιλητής αν ξέρεις να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.
Οι οπαδοί του ξέρουν από ενέδρες, αυτά τα χουμε ξαναπεί.
Στο που και που αντιμιλώ στις σκιές κι εκείνες αλλάζουν χρώμα,
ξεφυσούν κι από τα ρουθούνια τους βγαίνει η φωνή μου, εις διπλούν.
“Τι θα είσαι χωρίς εμάς;”
“Τι θα είστε χωρίς εμένα;”
Τις ξεκολώ, μία μία, κι ας μου πήρε χρόνια να τις ράψω πάνω μου.
Στη χώρα του Ποτέ, ποτέ πια.