Και ο κόσμος θα μιλά

Όταν πια σταμάτησες να μιλάς
προκειμένου να ακούσεις για λίγο,
κατάλαβες ότι όλος ο κόσμος σιωπά
για να ακούσει μόνο τον εαυτό του
γύρω του.

Και είναι από απελπισία
που ξαναρχίζει πάλι να μιλά.
Και είναι από ντροπή
που ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει.
Και είναι από ανημποριά
που δεν τηρεί τους όρκους του.

Μη θυμώνεις.
Όλοι στέκουμε στον ίδιο δρόμο.
Όλοι, ασχέτως ο καθένας που κοιτά.
Ανίκανοι να δούμε πως όσο ο κόσμος κι αν μιλά,
και αν σιωπά,
και αν μιλά πάλι ξανά,
θα μιλά,
και θα σιωπά,
και θα μιλά πάλι ξανά,
μέσ’ από μας.

img_current_613_121_large

Μου είπαν

Μου είπαν πως αν θελήσω να αγαπήσω την αδυναμία
θα πρέπει να πιστέψω πως είμαι άξια της δύναμης.

Μου είπαν πως αν η αγάπη μοιάζει να απομακρύνεται όσο την κυνηγώ
τότε δεν είναι η αγάπη που ζητώ.

Μου είπαν πως όταν κάτι με τρομάζει
έχει κάτι μεγάλο να μου προσφέρει.

Μα μου είπαν, ακόμα κάτι,
πως ο θυμός που ένιωθα κάποτε
ήταν η αγάπη του εαυτού μου που πατούσα.

Μα πρώτα πρώτα μου είπαν
‘Σώπασε αν θέλεις ν’ ακούσεις.
Τις αλήθειες ποτέ κανείς δε τις φωνάζει.’

Κανόνες χρήσης της σιωπής

Η σιωπή πρέπει να ξεκινάει από μέσα, για να χαρακτηριστεί σύμμαχος σου.
Όταν σου επιβάλλεται ή την επιβάλλεις στον εαυτό σου,
η καθαρότητα της θολώνει και καλύπτει αυτό το οποίο και αντιμάχεται.
Γιατί η σιωπή πάντα παλεύει με κάτι.
Αν έχεις το θάρρος να το δεις, η σιωπή σου κατατάσσεται στις διαμαρτυρίες.
Αν πάλι όχι, η σιωπή σου αποτυγχάνει του σκοπού της και μένει μόνη.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που θα ακούσουν τη σιωπή σου.
Αλλά όταν τους δεις, να τους αρπάξεις απ’ το χέρι και να μην τους αφήσεις να παν πουθενά.
Η σιωπή αντέχεται πάντα, αν έχει μια αιτία να υπομένει.
Η σιωπή είναι αφόρητη για όσους τη φορούν σα ρούχο δανεικό,
γιατί αδυνατούν να φορέσουν κάτι άλλο.
Στη δεύτερη περίπτωση, τρέφεται από το άτομο που τη φορά,
ενώ στην πρώτη το τρέφει,
καθώς ζητούμενο της είναι να βρει τα λόγια αυτά
που θα δικαιολογήσουν την ύπαρξη της
με το καλύτερο δυνατό τρόπο και θα καταστήσουν σαφές
πως η σιωπή είναι μια μορφή επικοινωνίας,
απείρως ισχυρότερη από έναν συμβολικό κώδικα επικοινωνίας, όπως αυτόν που παρέχει η γλώσσα,
καθώς η σιωπή δείχνει άσχημα σε όσους τη χρησιμοποιούν για να περάσουν το δικό τους,
σε αντίθεση με τη γλώσσα, που με τον κατάλληλο χειρισμό,
δείχνει πάντα καλύτερα σε όσους γνωρίζουν λιγότερα απ’ όσα λένε πως γνωρίζουν.

Η σιωπή φοριέται πάντα από μέσα.

Γιατί η σιωπή…

«Επιστρέφει και καταπίνει φωτιές,
πίνει μεδούλι και μετράει τους σφυγμούς σου..»

Κάπως μη άνθρωπος

Αν δε μιλάς, σ’ εξουσιάζουν.
Τη σιωπή σου κρίνουν για ανεπάρκεια.

Δεν ξέρεις, δεν πιστεύεις, δε σε ενδιαφέρει.
Άρα εμείς θα κάνουμε δικά μας όσα διάλεξες να μη μας πεις.
Στο κάτω κάτω επιλογή σου,
επιλογή μας κι εμάς, να διαστρέψουμε το είναι σου
με βάση το δικό μας.

Κι αν πάλι τύχει να σε γνωρίσουνε καλύτερα,
τότε θα πούνε, πως μοιάζεις λέει, κάπως μη άνθρωπος.
Στην αυστηρότητα κάποιων ελλειπτικών προτάσεων αρκούνται,
και βγάζουν συμπεράσματα δικά τους, με το νου τους,
που ουδεμία σχέση έχουν με τους λόγους σου και τις αιτίες σου.
Και όσα επέλεξες να παραλείψεις,
όχι από ανικανότητα ούτε κι αλαζονεία,
μένουν εκεί, τώρα με τη σειρά τους,
να εξουσιάζουνε εσένα.

Μα την αλήθεια πως ν’ ακουμπήσεις
αν δε δεχτείς πρώτα πως ο καθένας έχει και τη δική του;
Κι έτσι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,
αν δε μιλάς, σ’ εξουσιάζουνε…

Ουρανός από λέξεις

Οι λέξεις μου κάποτε σχημάτιζαν εμβατήρια.
Έγραφα στο σκοτάδι, με λίγο φως να πέφτει από τα δεξιά.
Να ρίχνει τις σκιές του το μολύβι στο χαρτί.
Ο ουρανός φιλοξενούσε τις γραμμές που μου λείπαν.
Λίγα σύμφωνα ακόμα. Δανεικά. Μου πέφτουν υγρά τα φωνήεντα όταν δεν έχω κάπου να τ’ ακουμπήσω.
Κι έτσι ακούγομαι σκληρή.
Μοναδική ικανότητα του λόγου. Όσο λιγότερα λες, τόσο περισσότερο εκτίθεσαι.
Στον εαυτό σου. Οι άλλοι χαμπάρι.
Μια στιγμή, δυο στιγμές, μια ζωή.
Παιρνάν καμαρωτοί, πάντα πιο καμαρωτοί. Πάντα πιο.
Θα σε προλάβουν σε όλα. Έχουνε κάνει το πλάνο τους.
Έχουν βάλει όλα τα πιόνια στη θέση τους. Άργησες.
Σε κρατάν για το φινάλε. Το δικό τους φινάλε.
Το δικό σου αργεί ακόμα.

Δε μιλάς. Δε μιλάς πια. Σου τέλειωσαν οι λέξεις; Τα ρήματα; Οι επιθυμίες;
Μπήκες στην πεθαμένη τους γωνιά. Τι άστραψε πάνω της;
Πιο καλή η οπτασία, παρά η πλήρης απουσία, παραδέξου.
Πάντα μιλούσες. Ειδικά όταν δεν έπρεπε.
Ειδικά όταν δεν ήθελαν να σε ακούσουν.
Ειδικά όταν ήθελες να ακούσεις ότι κάποιος σε άκουσε.
Πάντα μιλούσες, ακόμα και στις μεγαλύτερες σιωπές σου.
Αυτή η σιωπή σας όμως, η σιωπή σας μαζί,
ήταν που σε λύγισε.

ξανά-πάλι-ακόμα

_

Φωνή που δεν ακούγεται, φωνή που δε σωπαίνει

Φυσάει η οργή σου απόψε. Σκορπά απ’ τις τσέπες σου μικρά σημεία στίξης.
Χύνονται πίσω σου καθώς φεύγεις, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι.
Σαν ατίθασα παιδια, τρέχουν σε μέρη που τους ζητούν να κάτσουν ήρεμα.
Χασκογελούν με τη μισή τους αλήθεια.

Σ’ ακολουθώ και τα μαζεύω ένα ένα. Ίσως κάποτε να στα επιστρέψω.
Μέχρι τότε θα τα φοράω φυλαχτό στο λαιμό.
Για να μαλακώσουν τη φωνή των όσων θέλουν να ακουστούν, μα η σιωπή σου τα καλύπτει.
Για να φιλιώσουν με τα πετρωμένα.

Σου ζητώ να μου χαρίσεις κι από ένα φωνήεν. Σου ζητώ να μου δείξεις κάτι από όσα είσαι, κι όχι κάτι από όσα σε οριοθετεί.

Κάτι που θα αιωρείται γύρω μου ακόμα κι όταν δε θα ‘σαι εδώ.
Κάτι που θα συμπονάει ό,τι μικρό μου, γιατί θα ξέρει ότι απ’ τα μικρά γεννιούνται τα μεγάλα.

Χόρεψε με στη μουσική σου.
Μάθε μου τα βήματα. Μάθε μου να κρατάω τα φωνήεντα από όσα σημεία στίξης μου πετάς.

Κι εγώ υπόσχομαι να σου μάθω πως να μην κρατάς κακία στα φωνήεντα.

Τα θηρία στον κήπο

Ο Τρόμος κατασκηνώνει στα περίχωρα από καθαρή στρατηγική. Επιζητά να διακόψει τον ανεφοδιασμό από το Όνειρο. Γι’ αυτό και αποτυγχάνει. Το Όνειρο στήνει ενέδρες πάντα στα πιο δύσβατα σημεία. Χωρίς να ζητά ενισχύσεις. Και χωρίς να εκλιπαρεί για συμμαχίες. Αποτολμά εκεί ακριβώς όπου βρίσκεται. Γι’ αυτό και επιβιώνει. Δίνεται ολοκληρωτικά. Αν δεν δινόταν, θα περίμενε. Μόνιμα.

Ο Φόβος πάντα γνώριμο σκηνικό. Ένας ασθενικός γέρος γυρνά μια ξεκούρδιστη λατέρνα, εντός μου. Της οφείλω τη ζωή μου – η μανιβέλλα της είναι συνδεδεμένη με την καρδιά μου – όσο γυρνάει αυτή, γυρνάν τα πάντα. Σε περιπτώσεις ανάγκης ειδικό ρεπερτόριο: Σιωπή. Μια χοντρή κυρία – μυωπικά γυαλιά, σκελετός από ελεφαντόδοντο, χοντρές ρυτίδες περιφρόνησης στις άκρες των χειλιών – ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους του κορμιού μου, μέσα σ’ ένα κουβούκλιο κρεμασμένο από σκοινιά και μια τροχαλία στο βάθος του λαιμού. Επιθεωρεί, και κάθε λίγο και λιγάκι φέρνει το δάχτυλο στο στόμα σαν δύστροπη δασκάλα δημοτικού, ‘Σωπάστε επιτέλους!’ Τα μαθητούδια υπακούουν. Σιωπή εδώ, φασαρία στα επάνω δώματα.

Άραγε τι να γίνεται εκεί; Άραγε θα ησυχάσουν ποτέ εκεί πάνω; Να πάρει η λατέρνα ζωή, να πάρει πόδι κι η δασκάλα, και να μείνουμε εμείς κι εμείς, να τραγουδάμε για όσα δεν μπόρεσε να κάνει ένα μυαλό, αλλά τα μπόρεσε αυτός ο αδύναμος ευγενικός παππούλης, που ήξερε κάτι που δεν ξέρουν όλοι οι άλλοι. Πως «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά. Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά»*.

* Οδός Ονείρων – Μ.Χατζιδάκις