Παγωμένη Πολιτεία (απόσπασμα)

Περιστοιχιζόταν από οθόνες. Δεν ήξερε που βρίσκεται ούτε με ποιον είχε έρθει. Αν και πρέπει να υπήρχε κάποιος μαζί του, έτσι δεν είναι; Θυμάται κάποιος να του κρατάει το χέρι, και μετά να εξαφανίζεται. Στις οθόνες έπαιζε ο εαυτός του. Συνήθιζε να αποκοιμιέται με εικόνες του ίδιου από το παρελθόν, τώρα και από το μέλλον. Σαν ένα πουλί που τσιμπολογάει τις στιγμές του, λιτοδίαιτο, ποτέ δεν ζήταγε πολλά, ίσως γιατί το κάθετι το πολλαπλασίαζε. Και το πιο μικρό του φαινόταν αρκετό.

Που βρισκόταν; Το μέρος το έβλεπε πρώτη φορά, τις στιγμές στις οθόνες τις αναγνώριζε, αν και η λήψη διέφερε. Για να πάρει λίγο τα πάνω του προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι η λήψη πάντα διέφερε, πάντα θα υπήρχε μια μικρή διαφορά. Ικανότητα της μνήμης να αναγεννιέται. Όμως, όχι, όσο κι αν επέμενε, αυτή τη φορά οι στιγμές στις οθόνες ήταν αλλοιωμένες, παραπάνω απ’ όσο τους επιτρέπεται. Όπως το παραπάνω που αλλάζει κάποιος, και παύει να σου φαίνεται οικείος. Ξέρεις ότι τον ξέρεις, ξέρεις ότι είναι ο ίδιος, όμως τα σώματα σας, οι επιθυμίες σας, τα βλέμματα λένε την αλήθεια που εσείς φοβάστε, ότι όχι, δεν είναι όλα όπως παλιά.

Advertisements

Τετράγωνη Λήθη

Δαχτυλιές σ’ ένα παράθυρο,
γιατί ο χρόνος μπορεί να αντιστραφεί.
Είναι το πριν ή το μετά η φυσική μου κατάσταση;
Αδιαφορώ για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν που δε μου ανήκει.

Σ’ ένα δωμάτιο διαμελισμένο από τη λήθη
κρύβονται οι ενοχές.
Ανθρώπινες κραυγές.
Σου φωνάζω πως ξεχνάω,
η μνήμη μου μια ζελατίνα που έχει φθαρεί από το χρόνο.
Αν δεν μου ανήκουν οι στιγμές μου
τότε ανήκουν σε κάποιον άλλον;

Ανθρώπινες κραυγές.
Αδυναμίες που κρύβονται στο χρόνο
με τη μορφή μιας αυθαίρετης ύπαρξης.
Δε θυμάμαι.
Δε θυμάμαι όλα αυτά που ήταν να γίνω.
Ανθρώπινες κραυγές – μόνο αυτό θυμάμαι.
Πόσο σωτήρια μια λέξη που όταν παίρνει μορφή
όλα όσα εννοεί κρύβονται μέσα της.
Πάντα θυμάμαι τις κραυγές.
Αυτές που δεν κατάφεραν να εκφράσουν όλα όσα εννοούν
που καμιά λέξη δεν τις έκανε τη χάρη.
Δεν τις γιάτρεψε, και έτσι κανείς άλλος δε θα πονέσει γι’ αυτές.
Θα μείνουν μόνες να εσωκλείουν τον εαυτό τους.
Μέχρι να ξεχαστούν κι από τις ίδιες.
Κι έτσι να πάψουν να υπάρχουν.
Γιατί ό,τι δεν ονομάζεται από τους άλλους
ξεχνιέται στον χρόνο.
σαν μια λήθη
που κατασκευάστηκε να εσωκλείει τον εαυτό της.
Και οι άκρες της
ακουμπούν μεταξύ τους
διασχίζονται το άπειρο
και γυρνώντας πάλι στο ίδιο σημείο.

Η αρχή και το τέλος συνορεύουν
μέσα στην ακινησία της συνείδησης.

Παρούσα

έχε τη σκέψη βασιλιά, τη μνήμη σαν κουρέλι
κι όσοι δεν ξαποσταίνουν ακούραστοι διαβάτες
άστους να φλέγονται μακριά εκεί που η λήθη μένει.

γλυκός σα μέλι ο θάνατος όταν δε σε προσμένει
κι όσοι αγέννητοι θρηνούν τον πόνο που τους μέλλει
ανίκανοι θα ναι να δουν πως μια ζωή μόνο η ζωή τους περιμένει.