Περιστέρια που δε γύρισαν

Νιώθω. Οι μύες της πλάτης συσφίγγουν τη σπονδυλική στήλη. Aπεγνωσμένα. Ασφυκτικά.
Η ελαστικότητα καταργείται. Υποτάσσεται.
Η καρδιά συσπάται. Τα μάτια στενεύουν για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν.
Το στόμα έχει μετατραπεί σε μια λεπτή γραμμή-μοιάζει να σημαδεύει έναν τόπο που κάποτε δάγκωσες γλυκά.
Θυμάσαι; εγώ αδυνατώ να μην…
γιατί να είναι τόσο δύσκολο να ταιριάξει το μέσα με το έξω;
μέχρι κι ο ουρανός άλλαξε διακόσμηση και ξεκρέμασε τον ήλιο.
Κάνει σινιάλο στο χειμώνα να μπει. Το πεδίο είν’ ελεύθερο.
Εγώ;
είμαι πολύ πληγωμένη για να το κρύβω ακόμα
και πολύ ματαιόδοξη για να το αποκαλύψω.
“Να ζεις τα ρωτήματα σου και μόνο” θα μου λεγες αν μ’ άκουγες. Το ξέρω.
Μα μαζεύτηκαν πολλά.
Κι άλλα τόσα πρόσωπα. Κι όμως όλα με την ίδια μορφή.
Οι ξένοι με την καλή τους νεράιδα στον ώμο-την άγνοια,καμία καλοσύνη- μου φαντάζουν θεοί.
Μπροστα τους μεταμορφώνομαι σε υπαρκτό πρόσωπο.
Ποτέ δε θα δουν πόσο ψεύτρα είμαι. Ανακουφίζομαι.
Είναι τρομακτικό να νομίζεις πως οι γύρω σου σε παρατηρούν,
πως κρίνουν την κάθε κίνηση σου, πως προσέχουν τον τρόπο που πας πίσω τα μαλλιά σου,
το ανοιγοκλείσιμο των ματιών σου όταν κάποιος σε σκουντάει κατα λάθος.
Και είναι ακόμα πιο τρομακτικό να ανακαλύπτεις
οτι κανείς δε σε κοιτάει-κανείς δε νοιάζεται.
Είναι τρομακτικό να σ’εγκαταλείπουν. Να μένεις μόνος σου.
Και είναι ακόμα πιο τρομακτικό να εγκαταλείπεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Να μένεις άδειος…
Αλήθεια, ο έρωτας τελικά σε φέρνει πιο κοντά στη ζωή;
Ή στο θάνατο;
Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να αφήσεις πίσω αυτούς που ξεπέρασες.
Και κάποτε έρχεται η ανάγκη στους φανατικά αληθινούς, να αποκαλυφτούν…

Advertisements

Περιπτεράκι

Η κουρασμένη αναμονή σου ρυτιδιάζει το χρόνο.
Παγώνει το συναίσθημα και ποτέ δε μ’ άρεζε η αγάπη παγωτό.
Χάνει τη γεύση της η προσμονή στα ταριχευμένα χρονοντούλαπα της κατάψυξης.
Μπορεί να σε περιμένω χρόνια και την τελευταία στιγμή,
λίγο πριν τη λήξη, λίγο πριν να φανείς, να σου φωνάξω ‘Φτάνει πια, ως εδώ!’
Έτσι από καπρίτσιο. Για την χαρά του τελευταίου αναστεναγμού.
Για την χαρά της εξέλιξης και του τελεσίδικου.
Για την χαρά των πάντων που γιορτάζουν κατόπιν εορτής.
Σε μια γιορτή δικιά τους, ολόδικια τους.

Γιατί μ’αφήνεις να τα φυλάω μοναχή. Κι εγώ, αγάπη μου, κάνω περιπτεράκι χρόνια τώρα.
Και το περιπτεράκι κουράζει τις καρδιές με την ακινησία του.
Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;
Ή πρέπει να το ομολογήσω κι αυτό; Όπως όλα;

Περιμένω στην εκκίνηση, εσύ έχεις ήδη φτάσει στο τέρμα.
Δεν έχεις πουθενά αλλού να πας, κι εγώ δεν έχω που αλλού να καταλήξω.

Και γυρνάμε γύρω γύρω, στροφές και γωνίες, νεκροί ανασταίνονται, ζωντανοί κοιμούνται και πάλι, πάθη ανανεώνονται, πάθος στην κατάψυξη, άσε μη το φας όλο, να κρατήσουμε λίγο και γι’ αύριο, ήταν ωραίο, ε; δεν ήταν; τώρα είμαστε χορτάτοι! αύριο πάλι, όταν ξαναπεινάσουμε, όταν θα νιώσουμε πάλι ένα κενό στο στομάχι μας, αλλά δε θα ναι το στομάχι μας, όχι, θα ‘ναι η καρδιά μας, και το κενό αυτό, όσο κι αν το στολίζεις και το περιφέρεις σαν τον Επιτάφιο, κενό θα παραμείνει, δε θα πάρει προαγωγή σε βόρειο σέλας μ’ επουράνιους αγγέλους και λουλουδιασμένες τις καρυάτιδες.
Κενό και πάλι κενό, ίσως με κανα δυο πάγους δεξιά κι αριστερά, να βόσκουν ξέμπαρκα για να θυμούνται τον παλιό τους εαυτό και να νοσταλγούν. Μα κενό.

Άντε και καλή μας ανάσταση και φέτος. Εσείς; Απ’ την πλευρά του νεκρού; Ή της νύφης; Σε ντέρμπι μαθαίνω εξελίσσεται. Θα αναστηθεί, δε θα αναστηθεί; Θα προλάβει; Και ποιος απ’ τους δυο θα το κάνει πρώτος;

Παρούσα

έχε τη σκέψη βασιλιά, τη μνήμη σαν κουρέλι
κι όσοι δεν ξαποσταίνουν ακούραστοι διαβάτες
άστους να φλέγονται μακριά εκεί που η λήθη μένει.

γλυκός σα μέλι ο θάνατος όταν δε σε προσμένει
κι όσοι αγέννητοι θρηνούν τον πόνο που τους μέλλει
ανίκανοι θα ναι να δουν πως μια ζωή μόνο η ζωή τους περιμένει.