Επιφυλάξεις

Καθρεφτίζεται στη σκέψη μου
η εικόνα σου.
Κάνω το χρόνο μαξιλάρι
και ακουμπώ,
ίσως με κάποια επιφύλαξη,
το κεφάλι μου.
Ξέρω πως θα μου ξεγλιστρήσει.
Στο τέλος.
Όμως, δεν προσβάλει κανέναν, νομίζω,
να στηριχθώ για λίγο επάνω του.
Για λίγο μόνο,
και για όσο μου δίνεται.

Μια τόσο δα κάφτρα

Σε φωνάζω με το μικρό σου όνομα.
Νιώθω ένα μικρό κάψιμο στην άκρη της γλώσσας.
Κάθε φορά.

Να ράψω τη φωνή μου
με τα όσα σε αποτελούν,
μια συνήθεια που ακόμη δεν κατέκτησα.

Αφόρετες επιθυμίες

Τις περισσότερες φορές δεν είναι τα όσα κρύβονται από πίσω,
αλλά η επιθυμία σου να ακουστείς.

Σα στρατιωτάκια παραταγμένα όλες σου οι επιθυμίες.
Μπορείς να προσθέσεις ακόμα μία.

Δεν σταματούσα να κινούμαι. Κι εσύ με ρωτούσες, αφελής,
‘Που θες να πας;’

‘Μια αόριστη κίνηση σε καλύπτει ολόκληρη’, Θυμάσαι;
Αφελής.

Φοβόμουν σε κάθε στιγμής της διαδρομής,
γι’ αυτό δε σταμάτησα στιγμή να προχωράω.

Γι’ αυτό δεν έπαυα στιγμή να δραπετεύω.
Ήθελα να χωρέσω σε όσα μου κρύβονταν.

Ήθελα να χωρέσω τις επιθυμίες στον έρωτα.
Πως να χωρέσεις το οτιδήποτε σε κάτι τόσο γεμάτο από τον εαυτό του;

Και πως να χρεώσεις τον έρωτα
όταν ακόμα δεν μπορείς να ξεχρεώσεις την ήττα του;

Μη μου ζητάς να ξεμπερδεύω μαζί του.
Μη μου ζητάς να βγάλω όσα φορώ για να γίνω κάτι άλλο.

Αδυνατώ.
Αφελής.

Περιστέρια που δε γύρισαν

Νιώθω. Οι μύες της πλάτης συσφίγγουν τη σπονδυλική στήλη. Aπεγνωσμένα. Ασφυκτικά.
Η ελαστικότητα καταργείται. Υποτάσσεται.
Η καρδιά συσπάται. Τα μάτια στενεύουν για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν.
Το στόμα έχει μετατραπεί σε μια λεπτή γραμμή-μοιάζει να σημαδεύει έναν τόπο που κάποτε δάγκωσες γλυκά.
Θυμάσαι; εγώ αδυνατώ να μην…
γιατί να είναι τόσο δύσκολο να ταιριάξει το μέσα με το έξω;
μέχρι κι ο ουρανός άλλαξε διακόσμηση και ξεκρέμασε τον ήλιο.
Κάνει σινιάλο στο χειμώνα να μπει. Το πεδίο είν’ ελεύθερο.
Εγώ;
είμαι πολύ πληγωμένη για να το κρύβω ακόμα
και πολύ ματαιόδοξη για να το αποκαλύψω.
“Να ζεις τα ρωτήματα σου και μόνο” θα μου λεγες αν μ’ άκουγες. Το ξέρω.
Μα μαζεύτηκαν πολλά.
Κι άλλα τόσα πρόσωπα. Κι όμως όλα με την ίδια μορφή.
Οι ξένοι με την καλή τους νεράιδα στον ώμο-την άγνοια,καμία καλοσύνη- μου φαντάζουν θεοί.
Μπροστα τους μεταμορφώνομαι σε υπαρκτό πρόσωπο.
Ποτέ δε θα δουν πόσο ψεύτρα είμαι. Ανακουφίζομαι.
Είναι τρομακτικό να νομίζεις πως οι γύρω σου σε παρατηρούν,
πως κρίνουν την κάθε κίνηση σου, πως προσέχουν τον τρόπο που πας πίσω τα μαλλιά σου,
το ανοιγοκλείσιμο των ματιών σου όταν κάποιος σε σκουντάει κατα λάθος.
Και είναι ακόμα πιο τρομακτικό να ανακαλύπτεις
οτι κανείς δε σε κοιτάει-κανείς δε νοιάζεται.
Είναι τρομακτικό να σ’εγκαταλείπουν. Να μένεις μόνος σου.
Και είναι ακόμα πιο τρομακτικό να εγκαταλείπεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Να μένεις άδειος…
Αλήθεια, ο έρωτας τελικά σε φέρνει πιο κοντά στη ζωή;
Ή στο θάνατο;
Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να αφήσεις πίσω αυτούς που ξεπέρασες.
Και κάποτε έρχεται η ανάγκη στους φανατικά αληθινούς, να αποκαλυφτούν…

Μυρίζει καμένο – μα ακόμα;

Ως πότε θα τρώω για πρωινό τη σκέψη σου
και θα σερβιρίζομαι με τον καφέ σου;
Ως πότε θα κοιμάμαι με ένα μολύβι κάτω απ’ το μαξιλάρι
μήπως τάχα το βράδυ όταν κοιμάμαι, περάσει κάτι όμορφο
και έτσι άοπλη που θα με βρει,
θα με αφήσει το πρωί όταν ξυπνήσω να το έχω κιόλας ξεχάσει
(για να με τιμωρήσει)
μυρίζουν λέξεις οι στιγμές σου κι αλήθεια
γιατί ποτέ δεν είδα το άρωμα σου;
μήπως το έθαψες κι αυτό μαζί με τα χαμόγελα που μου πήρες όταν έφυγες;
και τώρα που το έργο τελείωσε και δεν πειράζει αν μάθω,
σε παρακαλώ πες μου που πηγαίνουν όσοι φεύγουν;
πες μου αλήθεια συγκεντρώνονται όλοι μαζί σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο;
συζητάνε εκεί;μήπως τα πίνουν;μήπως θέλουν να γυρίσουν πίσω;
θα τους ρωτήσεις όταν τους δεις;
γιατί στ’ αλήθεια κοντεύω να στραμπουλήξω τα μάτια μου
βλέποντας και ξαναβλέποντας τα ίδια.
έχω μάθει απ’έξω όλους τους διαλόγους-κι αν ήταν και πρωτότυποι θα πήγαινε στα κομμάτια αλλά…
έχω ζυγιάσει κάθε σκηνικό, έχω επιμεληθεί της μουσικής.
και στο ορκίζομαι ακόμα ακούω τη τζάνις τζόπλιν
να εκλιπαρεί να της πάρουν ακόμα ένα κομμάτι.
ελπίζω τουλάχιστον εκείνη κάποιος να την άκουσε.

Γενναία Μάσκα

Ο Νταλί έχασε τα πινέλα του και ζωγραφίζει με τα χέρια του το μυαλό μου. Θα θελα να μαι κινούμενο σχέδιο. Α κίνητο. Έμαθα εκεί που ήτανε το σπίτι σου, φύτρωσαν κυπαρίσσια. Θέλουν να το κάνουνε λέει νεκροταφείο. Ανθρώπινων σχέσεων. Στη μνήμη των πεσόντων. Ποιος απο τους δυο έφυγε με τις μεγαλύτερες απώλειες; Εδώ λείπουν μόνο κάτι χαμόγελα, ένα βράδυ Σαββάτου και τα χείλια μου. Εκεί;

Ξέρεις; Μπορείς να γυρίσεις. Δε σου απαγορεύεται. Έκανα και χώρο στην ντουλάπα μου για τα ρούχα σου αυτή τη φορά. Το σπίτι μου έχει ένα τρούλο για στέγη. Ο κήπος απουσιάζει. Λόγω εποχής. Θα το βρεις εύκολα.  Είναι το μόνο στη γειτονιά χωρίς τοίχους.

Θέλω να γυρίσω στο σχολείο. Να προλάβω να ρωτήσω ποιος προυπήρχε ποιανού. Το δράμα του ανθρώπου ή ο άνθρωπος του δράματος; Ποιος είναι το κατασκεύασμα και ποιος ο εφευρέτης; Ίσως πρέπει να σταματήσω να κατηγορώ τον Αισχύλο.

Εσύ πως τα βλέπεις τα πράγματα; Πως βλέπεις εσένα; Όπως σε βλέπουν; Χάθηκες…
Όπως σε βλέπω εγώ; Δεν αηδίασες ακόμα;…

Θύμισε μου να μπαλώσω τα ρούχα μου. ‘Εχουν γεμίσει τρύπες κι αυτά όπως η ψυχή μου. Μπορείς να δεις τα πάντα αμα περνάς απ’ έξω τους.

Και τι πειράζει; Θύμισε μου ότι δεν πειράζει. Όπως παλιά.

Όταν ένα τραγούδι μπορεί να μαζέψει τα κομμάτια σου και ταυτόχρονα να σε σκίσει σε χιλιάδες τι μένει να πεις;

“Καμιά μοναξιά δεν είναι μικρή”. Σίγουρα.Σου απαντάω. Γι’ αυτό τους ανθρώπους δε τους χωράνε πια τα σπίτια τους. Δε τους χωράνε τα αμάξια τους. Τα ρούχα τους. Κι αυτοί οι χαζοί πάνε και αγοράζουνε καινούρια. Σε μεγαλύτερα μεγέθη. Με καλύτερη επένδυση. Με περισσότερα τετραγωνικά. Με μεγαλύτερα παράθυρα-μπας και δουν φως.

Όχι αγάπη μου. Η μοναξιά μόνο μας φοράει. Δε τη φοράμε-αυτή μας ντύνεται. Αυτή να μικροδείχνει και εμείς να κρυβόμαστε τη μέρα και να βγαίνουμε τη νύχτα.  Πάντα κρυμμένοι. Καλυμμένοι. Με μακιγιάζ και ασχήμια.

Κυκλοφορώ στα μπαρ που συχνάζεις. Κάθε φορά ίδια βάρδια,δεν κουράζεσαι; Ίδια τελετουργία; Πόσοι ερωτεύτηκαν το μεθυσμένο σου χορό όπως εγώ ερωτεύτηκα τα μάτια σου;

Όταν φεύγεις αφήνεις για φιλοδώρημα στον μπαρμαν τη μάσκα σου. Διαλυμένη. Αυτή που κάποτε μ’ έκρυψε πίσω της-η πιο γενναία σου. Εκείνος την αδειάζει στον κάδο μαζί με το τασάκι σου. Πως είπαμε ότι σε λένε; αναρωτιέται.

Όταν φτάσεις στην πόρτα μου, πέτα το τσιγάρο σου.  Δεν ανέχομαι οι συνήθειες που ακολουθείς-να σε ακολουθούν και μαζί μου.

Μυρίζει καμένο – ακόμα

το δέρμα μου γεμάτο γκρεμούς
τα δάχτυλα μου ράγες-σπασμένες-να θυμίζουν πως κάποτε
εδώ τρέχανε όνειρα και ξεκινούσαν ιστορίες
το στόμα μου μετατράπηκε σε ναρκοπέδιο
δεν μπορεί να ανοίξει-φοβάται μη ξαφνικά φτύσει
καμιά από τις νάρκες που του χάρισες-γλυκά
κι έτσι το κορμί θα χάσει κάθε απόδειξη λεηλασίας του
οι αποδείξεις λεηλασίας της ψυχής-μου είπανε-δεν προσμετρώνται στα δικαστήρια
θα χάσω τη δίκη
βύθισα τα όνειρα μου στον πάτο μιας θάλασσας
-ούτε θυμάμαι τ’όνομα της πάνε χρόνια-
και τα δεσα με το κορμί μου
για να μην εξεγερθούνε καμιά μέρα
και βγούν στην επιφάνεια
τώρα όταν το αίμα μου εξατμίζεται αφήνει ένα στρώμα σκουριάς
και η εστίαση του φακού μοιάζει να χάνεται όταν περνάς εσύ από μπροστά
η επιγραφή δηλώνει «ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΑΚΑΤΟΙΚΗΤΗ»
και την έμπηξες βαθιά στα μάτια μου την ώρα που έφευγες
ευχαριστώ που προνόησες να πάρεις και τα χαμόγελα μου μαζί