Η απάθεια είναι η σκληρότερη τιμωρία

Τιμώρησε με. Φέρσου όπως ο αμόλυντος στο λεπρό.

Όπως ο δάσκαλός στο χαζό. Όπως ο διάβολος στο θεό.

Μόνο μη μένεις απαθής μπροστά μου.

Η απάθεια είναι η σκληρότερη τιμωρία.

Advertisements

Το θέατρο της λογικής

Φοράω τα χρώματα που μου ζητούν να φορέσω.
Υποκινούμαι από τα ίδια νήματα
που υποκινούν
εκείνους
που σιχαίνομαι
και είμαι περήφανος γι’ αυτό
γιατί έτσι μου μάθαν,
μου μάθαν πως αν πολεμάω με παρέα
έχω ιερό σκοπό
μα αν μένω μόνος
κάτι υπάρχει πάνω μου στραβό.
Γι’ αυτό κι εγώ φωνάζω
κι εξοργίζομαι,
όταν μου λένε να φωνάξω, όταν μου λένε να εξοργιστώ.
Στην επανάσταση τους
είμαι πάντοτε αρχηγός.
Και ξέρουν τι θα πω, και πως θα το πω,
μου μετρούν τις λέξεις, κι ύστερα μου τις σερβίρουν,
κι εγώ μεγαλοπιάνομαι, γιατί νομίζω πως τάχα ήταν πάντοτε δικές μου.
Μου υπαγορεύουν το συναίσθημα, μου λεν επίσης που θα πρέπει να τονίζω τις προτάσεις,
πως θα πρέπει η φωνή λίγο να σπάει, μου μαθαίνουν,
κι έτσι να δίνεται έμφαση στην ανύπαρκτη συγκίνηση μου
και στο πόσο με συνεπαίρνει
να είμαι πολίτης αυτού του κόσμου
και να θυμώνω με τα θύματα του,
και με το αίμα που χύνεται άδικα.

Ποιο είναι το άδικα,
εξοργισμένε άνθρωπε,
το γνωρίζεις το άδικα
ή στο σφυρίξανε κι αυτό
στα μαθήματα επιφανής συνειδητότητας
που κρατάνε από τα γεννητούρια σου;
Φόρα τη μάσκα σου τώρα, εξοργισμένε άνθρωπε,
όπως τόσες και τόσες φορές
κι όταν θα τελειώσει κι αυτή η μέρα,
θα σβήσεις πάλι, όπως το φως, και την οργή σου.
Θα την αφήσεις στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι σου
κι αυτή υπομονετική θα σε περιμένει πάλι εκεί
το επόμενο πρωί
να τη ρίξεις επάνω σου
τώρα που κάνει κρύο
στον καιρό χωρίς όραμα.
Μα η οργή, εξοργισμένε άνθρωπε, ξεχνάς
δε σβήνει
παρά μόνο αν καταφέρει τον σκοπό της.
Μα αυτό δε στο μαθαίνουν στα «σχολεία»…

H Αλίκη στη Χώρα των Μαγεμένων Εποχών

Στην οδό παραπλεύρως του ωκεανού της ύπαρξης
βαδίζεις εθελοτυφλώντας
και κάποτε με συμπόνια προς τα όσα σε αποτελούν.
Ισχυρίζεσαι πως είσαι μοναδική
μα όλο πέφτεις σε πηγάδι
που το ακριβές του βάθος αγνοείς.
Ψάχνεις τη δική σου Αλίκη
στη χώρα των Μαγεμένων Εποχών
και βαφτίζεις το μικρό μεγάλο
από φόβο μη τυχόν είσαι κι εσύ από αυτούς
που θα κατατάξουνε στους λιγοστούς.

Αρνείσαι τη δύναμη σου, μα στο από κοντά
μπορείς πάντα περισσότερα από όλους τους υπόλοιπους μαζί.
Το θυμικό σου ο σάκος του αιόλου,
το αδειάζεις επάνω σου, σαν από καπρίτσιο,
και υπερηφανεύεσαι πως είσαι ακόμα δυνατή,
πως μπορείς να παραμείνεις εσύ, ακόμα και ύστερα απ’ αυτό.
Μέχρι να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη,
είναι πλέον αργά, για να προλάβεις την αλλαγή
των όλων όσων έκατσαν επάνω σου, το δίχως άλλο,
με τη δειλή συναίνεση σου.

Έχεις τα χούγια σου, και τα κουμπιά σου,
κι όσα οι άλλοι από σένα ζητούν,
εσύ τους τα ‘χεις δώσεις ήδη,
κι έτσι όπως μόνο απ’ την αξία της προσφοράς σου
περιμένεις αναγνώριση,
τα λίγα που σου δίνουν έμαθες να τα στολίζεις
και να τρέφεσαι μόνο από όσα σου πετούν.

Αποκαλείσαι συνείδηση, όμως αυτό που πραγματικά είσαι
είναι όσα κομμάτια του δρόμου ένωσες
και τα κανες ζωή σου.

Τα περιγράμματα

Έπιασα τη σκιά μου να μ’ ακολουθεί.
Δεν ήξερα αν ήμουν εγώ περισσότερο εκείνη
ή εκείνη περισσότερο εγώ.
Ήθελα να μου γυρίσω την πλάτη
και να το βάλω στα πόδια.
Να τρομάξω το επίπεδο,
να περιμαζέψω όλες τις αναλογίες,
από παντού,
και να σβήσω την καύτρα τους πάνω της.
Να ταρακουνήσω το μικρό μας πλανήτη από το μικρό του σύμπαν,
και να φορέσω φερμουάρ στον ουρανό του.
Να ξεκρεμάσω τον ήλιο και να τον κρύψω στη θάλασσα.

Και να ρωτήσω στ΄αλήθεια ποιος
μας έμαθε
πως εκεί που τελειώνουμε εμείς
είναι το κάπου που οι άλλοι
μπορούν ν’ αρχίσουν;

Να φορέσω κουρτίνες στα σύνορα,
να τα στολίσω με όσα έχω κλέψει από εσένα,
για να έχω κι εγώ κάπου κάπου
κάτι να θυμίζει
πως η κοντινότητα
δεν είναι
μία έννοια παγωμένη.

Το πιο πολύ του τίποτα

Με το «Περισσότερο»
Με το «Πιο πολύ»
Με το «Ακόμη ένα»
Με το «Θέλω εκείνο»,
αλλά «Ίσως και λίγο από τ’ άλλο»
Να δούμε τι θα καταλάβετε
εσείς του «Θέλω τα πάντα»,
αλλά «Ίσως και τίποτα»
.

Κραυγές Σωτηρίας

Ξες γιατί οι άνθρωποι αποτυγχάνουν;
Γιατί φοβούνται να αφιερωθούν.
Ξες γιατί οι άνθρωποι φοβούνται να αφιερωθούν;
Γιατί φοβούνται ότι έτσι θα τους δουν.
Θα σε κουράσω, αλλά ξέρεις γιατί οι άνθρωποι φοβούνται μήπως τους δουν;
Γιατί φοβούνται ότι δεν έχουν τίποτα να δείξουν.

Λιπόψυχες δηλώσεις ανθρώπων
που προτίμησαν να ξεγελάσουν αντί να σταθούν στο ύψος τους.
Αν φοβηθείς μια φορά την αδυναμία,
θα τη φοβάσαι για πάντα.

Ανδρείκελα, που υποτιμούν τις στιγμές των άλλων
και εγκωμιάζουν τις ανύπαρκτες δικές τους.
Δε μου αρκούν, δε μου αρκεί τίποτα, θυμώνω!

Ό,τι φοβήθηκα δε με εξουσιάζει
του έδωσα να καταλάβει,
όταν μου ζήταγε ό,τι δεν είχα
του απαντούσα με κραυγές.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεμάτοι
από όσα τους λείπουν
και μπροστά σε ό,τι τους πονάει
σφίγγουν τα δόντια και περνάν από μέσα του.
Ναι.
Υπάρχουν και άνθρωποι που αξίζουν.

Κάπως μη άνθρωπος

Αν δε μιλάς, σ’ εξουσιάζουν.
Τη σιωπή σου κρίνουν για ανεπάρκεια.

Δεν ξέρεις, δεν πιστεύεις, δε σε ενδιαφέρει.
Άρα εμείς θα κάνουμε δικά μας όσα διάλεξες να μη μας πεις.
Στο κάτω κάτω επιλογή σου,
επιλογή μας κι εμάς, να διαστρέψουμε το είναι σου
με βάση το δικό μας.

Κι αν πάλι τύχει να σε γνωρίσουνε καλύτερα,
τότε θα πούνε, πως μοιάζεις λέει, κάπως μη άνθρωπος.
Στην αυστηρότητα κάποιων ελλειπτικών προτάσεων αρκούνται,
και βγάζουν συμπεράσματα δικά τους, με το νου τους,
που ουδεμία σχέση έχουν με τους λόγους σου και τις αιτίες σου.
Και όσα επέλεξες να παραλείψεις,
όχι από ανικανότητα ούτε κι αλαζονεία,
μένουν εκεί, τώρα με τη σειρά τους,
να εξουσιάζουνε εσένα.

Μα την αλήθεια πως ν’ ακουμπήσεις
αν δε δεχτείς πρώτα πως ο καθένας έχει και τη δική του;
Κι έτσι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,
αν δε μιλάς, σ’ εξουσιάζουνε…