Και ο κόσμος θα μιλά

Όταν πια σταμάτησες να μιλάς
προκειμένου να ακούσεις για λίγο,
κατάλαβες ότι όλος ο κόσμος σιωπά
για να ακούσει μόνο τον εαυτό του
γύρω του.

Και είναι από απελπισία
που ξαναρχίζει πάλι να μιλά.
Και είναι από ντροπή
που ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει.
Και είναι από ανημποριά
που δεν τηρεί τους όρκους του.

Μη θυμώνεις.
Όλοι στέκουμε στον ίδιο δρόμο.
Όλοι, ασχέτως ο καθένας που κοιτά.
Ανίκανοι να δούμε πως όσο ο κόσμος κι αν μιλά,
και αν σιωπά,
και αν μιλά πάλι ξανά,
θα μιλά,
και θα σιωπά,
και θα μιλά πάλι ξανά,
μέσ’ από μας.

img_current_613_121_large

Advertisements

Παιχνίδια του μυαλού

Προβάρω τις αισθήσεις
στις ακτές που ναυάγησες.
Κεντώ σταυροβελονιά τα όνειρα μου
στις άκρες των δαχτύλων.
Όταν ξεφτίζουν οι γωνίες τους
να χω να λέω
πως απ’ όπου πέρασα εγώ
αυτά ακούμπησαν.
Φέρσιμο του νου, ίσως αλλόκοτο,
να εφεύρει τις άμυνες του.
Να προστατεύσει την ιδιοκτησία του.
Σάμπως κι ό,τι ερμηνεύσαμε
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο
δε μας ανήκει;

Στο που και που

Στο που και που
γυρεύω στις λάσπες πυξίδες λαθραίες
δαγκωμένες στην άκρη, φαγωμένες λιγάκι.
Ακουμπώ σε βράχους που δε στηρίζονται πουθενά,
Είναι μια απάτη των ματιών η σταθερότητα που εμφανίζουν.
Χάνονται αν πάρεις τα μάτια σου, η ύπαρξη τους βασίζεται μόνο στη δική σου.
Οι σκιές κρατιούνται από το φόβο στα όνειρα
και μου πιάνουν κουβέντα.
Στο που και που. Μόνο στο που και που.
Υπολείπομαι φαντασίας όταν συνομιλώ με κάτι που μου μοιάζει,
ή τουλάχιστον με κάτι που γυρεύει κομμάτια μου,
ή είναι αυτά.
Ο φόβος.
Καλός συνομιλητής αν ξέρεις να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.
Οι οπαδοί του ξέρουν από ενέδρες, αυτά τα χουμε ξαναπεί.
Στο που και που αντιμιλώ στις σκιές κι εκείνες αλλάζουν χρώμα,
ξεφυσούν κι από τα ρουθούνια τους βγαίνει η φωνή μου, εις διπλούν.
“Τι θα είσαι χωρίς εμάς;”
“Τι θα είστε χωρίς εμένα;”
Τις ξεκολώ, μία μία, κι ας μου πήρε χρόνια να τις ράψω πάνω μου.
Στη χώρα του Ποτέ, ποτέ πια.

Οι ιππότες του βυθού

– Θα χαθώ στα βαθιά, για λίγο, το ‘χω ανάγκη.
– Να επιπλέεις, να σε βλέπω, να ξέρω πως δε σε βούτηξαν ακόμη τα υπόγεια ρεύματα τους.
– Πως συνορεύεις με το δίκαιο;
– Τι είναι αυτά; Τι με ρωτάς; Μιλούσαμε για βάθη και ρηχά.
– Το ίδιο μου κάνει. Τι είναι μια επιφάνεια αν δεν έχει από χάμω έναν πάτο για να φλέγεται;
– Τι σε νοιάζουν πια αυτά; Γιατί μόνος μπερδεύεσαι;
– Θέλω να ξέρω αν κάποτε χαθώ, ψάχνοντας για κάτι παραπάνω, μη τυχόν με λησμονήσουν. Και δεν προσέξουν πως δεν είμαι μόνο τα όσα φαίνομαι.
– … Δεν είσαι. Κανείς δεν είναι. Όλοι το ξέρουν. Ο καθένας για τον άλλο.
– Και τότε γιατί κανένας δεν ψάχνει να με βρει; Στο βάθος μου. Στο αληθινό μου βάθος.
– Γιατί φοβούνται, καλέ μου, φοβούνται, τι θα βρεις ύστερα στο δικό τους. Μη θυμώνεις.
– Και τι να κάνω μέχρι ο φόβος να περάσει;
– Γιατί είναι στολισμένα τόσο περίτεχνα ο βυθός αναρωτήθηκες ποτέ σου;
– Περιμένοντας να τον βρουν έβαλε τα καλά του θες να μου πεις;
– Ακριβώς.
– Και πως ήξερε πότε θα ‘ρθουν; Για ποιους θα ετοιμαστει;
– Δεν ήξερε πότε θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται από νωρίς.
Δεν ήξερε ποιοι θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν για όλους. Δεν ήξερε αν θα ‘ρθουν, γι’ αυτό δεν απεπλιζόταν και δεν ήλπιζε. Δεχόταν μόνο την άγνοια του. Κι έτσι έγινε πλούσιος, τόσο πλούσιος που κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ακόμα κι αν μόνο λίγοι, και γενναίοι, τον είχαν δει από κοντά, και διηγιόντουσαν σε άλλους τι είχαν δει. Κι έτσι θα ζούσε περισσότερο από όλους. Και για όλους. Πήγαινε, όμως, τώρα, βγάζει κύμα, να τιμωρήσει ο ουρανός τα ρηχά, που στέκονται ανάμεσα στον ίσκιο και την αρμύρα.

Μπροστά

Μη μου λες πόσο απέχω από τ’ όνειρο.
Μη με ενημερώνεις για το ταξίδι που απομένει,
για το πόσα άφησα πίσω μου.
Άσε με να χαρείς,
ξέρω μέτρημα και μόνη μου.

Και μη ξεχνάς
πως και η αφαίρεση
είναι μιας μορφής πρόσθεση κι από μόνη της.

Περιουσίες

Οι μύθοι των άλλων είναι δική τους περιουσία.
Μην καταστρέφετε ό,τι δε σας ανήκει.
Κι αν ο κόσμος αποτελείται από κακούς, και καλούς,
διαλέγω το παράδοξο,
αυτό που μου επιτρέπει να μην παίζω «κλέφτες και αστυνόμους»
όλη μου τη ζωή.

Μεγαλώνουμε, και όσο μεγαλώνουμε,
μεγαλώνουνε μαζί μας και τα όνειρα.
Όσα κρύβαμε, φυλαγμένα στα συρτάρια,
πια δε μας ανήκουν.
Οφείλουμε, στους εαυτούς μας και στους γύρω μας,
να πάψουμε να είμαστε οι δειλοί
σε έναν κόσμο που επανειλημμένα
βλέπουμε
τη δειλία να αλλάζει ονόματα, χέρια, αιτήματα
προκειμένου να ανακυκλωθεί.
Ισχυρός θα δεις να είναι
αυτός που συνεχίζει
ως έχει
κι ας τον φωνάζουν όλοι στον δρόμο
ανίσχυρο.

Γιατί θα παίρνει επάνω του
όλη μα όλη την ευθύνη.
«Κι αν θα χαθεί ο κόσμος, πάλι εγώ θα φταίω»,
θα τον ακούσεις.

Μου είπαν

Μου είπαν πως αν θελήσω να αγαπήσω την αδυναμία
θα πρέπει να πιστέψω πως είμαι άξια της δύναμης.

Μου είπαν πως αν η αγάπη μοιάζει να απομακρύνεται όσο την κυνηγώ
τότε δεν είναι η αγάπη που ζητώ.

Μου είπαν πως όταν κάτι με τρομάζει
έχει κάτι μεγάλο να μου προσφέρει.

Μα μου είπαν, ακόμα κάτι,
πως ο θυμός που ένιωθα κάποτε
ήταν η αγάπη του εαυτού μου που πατούσα.

Μα πρώτα πρώτα μου είπαν
‘Σώπασε αν θέλεις ν’ ακούσεις.
Τις αλήθειες ποτέ κανείς δε τις φωνάζει.’