Μπροστά

Μη μου λες πόσο απέχω από τ’ όνειρο.
Μη με ενημερώνεις για το ταξίδι που απομένει,
για το πόσα άφησα πίσω μου.
Άσε με να χαρείς,
ξέρω μέτρημα και μόνη μου.

Και μη ξεχνάς
πως και η αφαίρεση
είναι μιας μορφής πρόσθεση κι από μόνη της.

Περιουσίες

Οι μύθοι των άλλων είναι δική τους περιουσία.
Μην καταστρέφετε ό,τι δε σας ανήκει.
Κι αν ο κόσμος αποτελείται από κακούς, και καλούς,
διαλέγω το παράδοξο,
αυτό που μου επιτρέπει να μην παίζω «κλέφτες και αστυνόμους»
όλη μου τη ζωή.

Μεγαλώνουμε, και όσο μεγαλώνουμε,
μεγαλώνουνε μαζί μας και τα όνειρα.
Όσα κρύβαμε, φυλαγμένα στα συρτάρια,
πια δε μας ανήκουν.
Οφείλουμε, στους εαυτούς μας και στους γύρω μας,
να πάψουμε να είμαστε οι δειλοί
σε έναν κόσμο που επανειλημμένα
βλέπουμε
τη δειλία να αλλάζει ονόματα, χέρια, αιτήματα
προκειμένου να ανακυκλωθεί.
Ισχυρός θα δεις να είναι
αυτός που συνεχίζει
ως έχει
κι ας τον φωνάζουν όλοι στον δρόμο
ανίσχυρο.

Γιατί θα παίρνει επάνω του
όλη μα όλη την ευθύνη.
«Κι αν θα χαθεί ο κόσμος, πάλι εγώ θα φταίω»,
θα τον ακούσεις.

Μου είπαν

Μου είπαν πως αν θελήσω να αγαπήσω την αδυναμία
θα πρέπει να πιστέψω πως είμαι άξια της δύναμης.

Μου είπαν πως αν η αγάπη μοιάζει να απομακρύνεται όσο την κυνηγώ
τότε δεν είναι η αγάπη που ζητώ.

Μου είπαν πως όταν κάτι με τρομάζει
έχει κάτι μεγάλο να μου προσφέρει.

Μα μου είπαν, ακόμα κάτι,
πως ο θυμός που ένιωθα κάποτε
ήταν η αγάπη του εαυτού μου που πατούσα.

Μα πρώτα πρώτα μου είπαν
‘Σώπασε αν θέλεις ν’ ακούσεις.
Τις αλήθειες ποτέ κανείς δε τις φωνάζει.’

Κανόνες χρήσης της σιωπής

Η σιωπή πρέπει να ξεκινάει από μέσα, για να χαρακτηριστεί σύμμαχος σου.
Όταν σου επιβάλλεται ή την επιβάλλεις στον εαυτό σου,
η καθαρότητα της θολώνει και καλύπτει αυτό το οποίο και αντιμάχεται.
Γιατί η σιωπή πάντα παλεύει με κάτι.
Αν έχεις το θάρρος να το δεις, η σιωπή σου κατατάσσεται στις διαμαρτυρίες.
Αν πάλι όχι, η σιωπή σου αποτυγχάνει του σκοπού της και μένει μόνη.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που θα ακούσουν τη σιωπή σου.
Αλλά όταν τους δεις, να τους αρπάξεις απ’ το χέρι και να μην τους αφήσεις να παν πουθενά.
Η σιωπή αντέχεται πάντα, αν έχει μια αιτία να υπομένει.
Η σιωπή είναι αφόρητη για όσους τη φορούν σα ρούχο δανεικό,
γιατί αδυνατούν να φορέσουν κάτι άλλο.
Στη δεύτερη περίπτωση, τρέφεται από το άτομο που τη φορά,
ενώ στην πρώτη το τρέφει,
καθώς ζητούμενο της είναι να βρει τα λόγια αυτά
που θα δικαιολογήσουν την ύπαρξη της
με το καλύτερο δυνατό τρόπο και θα καταστήσουν σαφές
πως η σιωπή είναι μια μορφή επικοινωνίας,
απείρως ισχυρότερη από έναν συμβολικό κώδικα επικοινωνίας, όπως αυτόν που παρέχει η γλώσσα,
καθώς η σιωπή δείχνει άσχημα σε όσους τη χρησιμοποιούν για να περάσουν το δικό τους,
σε αντίθεση με τη γλώσσα, που με τον κατάλληλο χειρισμό,
δείχνει πάντα καλύτερα σε όσους γνωρίζουν λιγότερα απ’ όσα λένε πως γνωρίζουν.

Η σιωπή φοριέται πάντα από μέσα.

Γιατί η σιωπή…

«Επιστρέφει και καταπίνει φωτιές,
πίνει μεδούλι και μετράει τους σφυγμούς σου..»

Το θέατρο της λογικής

Φοράω τα χρώματα που μου ζητούν να φορέσω.
Υποκινούμαι από τα ίδια νήματα
που υποκινούν
εκείνους
που σιχαίνομαι
και είμαι περήφανος γι’ αυτό
γιατί έτσι μου μάθαν,
μου μάθαν πως αν πολεμάω με παρέα
έχω ιερό σκοπό
μα αν μένω μόνος
κάτι υπάρχει πάνω μου στραβό.
Γι’ αυτό κι εγώ φωνάζω
κι εξοργίζομαι,
όταν μου λένε να φωνάξω, όταν μου λένε να εξοργιστώ.
Στην επανάσταση τους
είμαι πάντοτε αρχηγός.
Και ξέρουν τι θα πω, και πως θα το πω,
μου μετρούν τις λέξεις, κι ύστερα μου τις σερβίρουν,
κι εγώ μεγαλοπιάνομαι, γιατί νομίζω πως τάχα ήταν πάντοτε δικές μου.
Μου υπαγορεύουν το συναίσθημα, μου λεν επίσης που θα πρέπει να τονίζω τις προτάσεις,
πως θα πρέπει η φωνή λίγο να σπάει, μου μαθαίνουν,
κι έτσι να δίνεται έμφαση στην ανύπαρκτη συγκίνηση μου
και στο πόσο με συνεπαίρνει
να είμαι πολίτης αυτού του κόσμου
και να θυμώνω με τα θύματα του,
και με το αίμα που χύνεται άδικα.

Ποιο είναι το άδικα,
εξοργισμένε άνθρωπε,
το γνωρίζεις το άδικα
ή στο σφυρίξανε κι αυτό
στα μαθήματα επιφανής συνειδητότητας
που κρατάνε από τα γεννητούρια σου;
Φόρα τη μάσκα σου τώρα, εξοργισμένε άνθρωπε,
όπως τόσες και τόσες φορές
κι όταν θα τελειώσει κι αυτή η μέρα,
θα σβήσεις πάλι, όπως το φως, και την οργή σου.
Θα την αφήσεις στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι σου
κι αυτή υπομονετική θα σε περιμένει πάλι εκεί
το επόμενο πρωί
να τη ρίξεις επάνω σου
τώρα που κάνει κρύο
στον καιρό χωρίς όραμα.
Μα η οργή, εξοργισμένε άνθρωπε, ξεχνάς
δε σβήνει
παρά μόνο αν καταφέρει τον σκοπό της.
Μα αυτό δε στο μαθαίνουν στα «σχολεία»…

Στο παράμερα

Είναι ωραίο να μην περιμένεις αντάλλαγμα.
Είναι ωραίο έτσι ο κόσμος μόνο να γυρνά.

Είναι ωραίο να μη ζητάς επίδομα,
στην άγνοια σου να μη προσθέτεις επιβάρυνση
κι αν κάτι λείπει να μη γυρεύεις την ελάφρυνση,
μα να αλλάζεις σε εποχές ήχους και χρώματα,
να γίνεσαι ένα με όσα θέλουν να πετάξουν,
να παίρνεις αγκαλιά την αυταπάρνηση
και κάπου εσύ, κάπου κι αυτοί,
λαθραία πάντα,
να συναντιέστε στο παράμερα.

Είναι ωραία να μη γυρεύεις πια το κάτι άλλο.

Το πολύτιμο

Η χαρά έρχεται από τα πλάγια, από τις γωνίες, από τις επισκευασμένες σου ζημιές, από το παράδοξο. Γεννιέται σε μέρη που κανείς δεν την περιμένει.

Όπως το λουλούδι που θα ξυπνήσεις μια μέρα και θα το δεις να έχει ξετρυπώσει, σαν στα μουλωχτά, σε μια απόκρυφη και χιλλιοασβεστωμένη γωνία. Και θα αναρωτηθείς, ‘Μα πως; Πως βρήκε τον τρόπο;’

Και εκείνο θα ‘ναι σαν να σου λέει, ‘Κοίτα με, εδώ είμαι πάλι! Τα κατάφερα!’. Έτσι απλά. Χωρίς πολλά λόγια και εξηγήσεις. Χωρίς φανφάρες και τυμπανοκρουσίες. Βρήκα τον τρόπο και πέρασα στην άλλη πλευρά… Από το μέρος το χωρίς ζωή, στο μέρος που το πολύτιμο και το σπάνιο σημαίνει όμορφο. Κι από το όμορφο, γίνεσαι όμορφος κι εσύ.