Οι ιππότες του βυθού

– Θα χαθώ στα βαθιά, για λίγο, το ‘χω ανάγκη.
– Να επιπλέεις, να σε βλέπω, να ξέρω πως δε σε βούτηξαν ακόμη τα υπόγεια ρεύματα τους.
– Πως συνορεύεις με το δίκαιο;
– Τι είναι αυτά; Τι με ρωτάς; Μιλούσαμε για βάθη και ρηχά.
– Το ίδιο μου κάνει. Τι είναι μια επιφάνεια αν δεν έχει από χάμω έναν πάτο για να φλέγεται;
– Τι σε νοιάζουν πια αυτά; Γιατί μόνος μπερδεύεσαι;
– Θέλω να ξέρω αν κάποτε χαθώ, ψάχνοντας για κάτι παραπάνω, μη τυχόν με λησμονήσουν. Και δεν προσέξουν πως δεν είμαι μόνο τα όσα φαίνομαι.
– … Δεν είσαι. Κανείς δεν είναι. Όλοι το ξέρουν. Ο καθένας για τον άλλο.
– Και τότε γιατί κανένας δεν ψάχνει να με βρει; Στο βάθος μου. Στο αληθινό μου βάθος.
– Γιατί φοβούνται, καλέ μου, φοβούνται, τι θα βρεις ύστερα στο δικό τους. Μη θυμώνεις.
– Και τι να κάνω μέχρι ο φόβος να περάσει;
– Γιατί είναι στολισμένα τόσο περίτεχνα ο βυθός αναρωτήθηκες ποτέ σου;
– Περιμένοντας να τον βρουν έβαλε τα καλά του θες να μου πεις;
– Ακριβώς.
– Και πως ήξερε πότε θα ‘ρθουν; Για ποιους θα ετοιμαστει;
– Δεν ήξερε πότε θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται από νωρίς.
Δεν ήξερε ποιοι θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν για όλους. Δεν ήξερε αν θα ‘ρθουν, γι’ αυτό δεν απεπλιζόταν και δεν ήλπιζε. Δεχόταν μόνο την άγνοια του. Κι έτσι έγινε πλούσιος, τόσο πλούσιος που κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ακόμα κι αν μόνο λίγοι, και γενναίοι, τον είχαν δει από κοντά, και διηγιόντουσαν σε άλλους τι είχαν δει. Κι έτσι θα ζούσε περισσότερο από όλους. Και για όλους. Πήγαινε, όμως, τώρα, βγάζει κύμα, να τιμωρήσει ο ουρανός τα ρηχά, που στέκονται ανάμεσα στον ίσκιο και την αρμύρα.

Advertisements

Άσπρο Πανί

Κατάδικο μου, κενό, άμορφο
το παρελθόν της προηγούμενης ζωής μου.
Το μέλλον της επόμενης μου ύπαρξης.

Πόσο όμορφο να ξεκινάς απ’ την αρχή;
Και να μην αφήνεις άλλους να πατάν
στα βήματα που έχουν σβήσει

απ’ το χρόνο.

Σαν να ναι ένα πανί όλη μας η ζωή
που χρωματίζεται αδέξια απ’ τις διαθέσεις μας.
Έτσι κι εγώ το βάφω τώρα άσπρο, κατάλευκο.
Ο φωτεινός σηματοδότης της ζωής
καλεί τώρα στο έδρανο
την επόμενη στιγμή.

Γιατί εκτιθέμεθα, κύριοι,
κι όσοι εκτίθενται πρέπει να ξέρουν πρωτίστως πως να ξεκινούν

απ’ την αρχή.

Το γαλάζιο του γκρίζου

Για γαλάζια ονείρατα θα σου τραγουδήσω απόψε
Το χειλάκι σου να σκάσει ένα χαμόγελο, κόψε τη λύπη σου, κόψε
Ό,τι σου γέρνει τη πλάτη, πέτα ψηλά ακροβάτη
Στα νερά μιας θάλασσας χωρίς βυθό και κύμα
Αφέσου να σε ταξιδέψει, χωρίς κατάρτια και σειρήνα
Μια γεύση αλμύρα στο λαιμό κι οι κόμποι λύνονται
Γοργόνα γίνε και τα πελάγη θα συστήνονται, θα υποκλίνονται
Την ομορφιά μη την κρατάς, να τη χαρίζεις όπου πας, κι αν αγαπάς
Θα δεις να χύνονται, νερά από κρύσταλλο, μη φοβηθείς
Είναι ο ήχος της σιωπής – αυτή η βροντή που ακούς, ξεσπάει
κακό δε κάνει, θέλει να μάθει να μιλάει
Αντέχεις όπως είσαι ή θελεις μια φωλιά για ουρανό;
Να χεις να την παινεύσαι όπως κάνουν κι οι ανθρώποι
Να χεις κάπου να γυρνάς, όταν θαρείς πως είσαι μόνη
Μεγαλώνεις τάχα τώρα ή παίρνεις μόνο ύφος και μπόι;
Χαμογέλα στο ξανάπα μη ξεχνιέσαι, δε ξεχνάει το ρολόι
Θελω να ρθει ένας θεός να μου πει τι σου φυλάει
Όποιος απ όλους το τολμάει, να μου πει τι σε κρατάει
Δε θα θυμώσω
Πως να θυμώσω με μια σταγόνα που ναι αιώνια όσο κυλάει,
με ένα γκρίζο που μασκαρεύεται πως αγαπάει;
Εγώ είμ εδώ, κι αν δεν κοιτάς πάλι είμαι εδω..να σε κοιτώ

Ο άνθρωπος ποίημα

Του δίνει μια.
Κι αυτός αρχίζει να κυλάει, να φτύνει μικρές φθαρμένες συλλαβές,
μαύρους λεκέδες από μελάνι που κολλάνε στο χαρτί.
Και περιστρέφεται. Σαν μικρές ανάσες οι λέξεις του
φεύγουν και επιστρέφουν, και του σβουρίζουν τη ψυχή.
Ο χρόνος ακουμπάει το χώρο,
μοιράζεται το πεδίο του
και ξαπλώνει στο λευκό τοπίο
που θα αποδειχτεί το καταφύγιο
και αδιέξοδο του.
Και γυρνάει. Όλο γυρνάει.
Μέχρι να βρει την άκρη του
και ξαναγίνει άνθρωπος
σαν ποίημα.

Αφόρετες επιθυμίες

Τις περισσότερες φορές δεν είναι τα όσα κρύβονται από πίσω,
αλλά η επιθυμία σου να ακουστείς.

Σα στρατιωτάκια παραταγμένα όλες σου οι επιθυμίες.
Μπορείς να προσθέσεις ακόμα μία.

Δεν σταματούσα να κινούμαι. Κι εσύ με ρωτούσες, αφελής,
‘Που θες να πας;’

‘Μια αόριστη κίνηση σε καλύπτει ολόκληρη’, Θυμάσαι;
Αφελής.

Φοβόμουν σε κάθε στιγμής της διαδρομής,
γι’ αυτό δε σταμάτησα στιγμή να προχωράω.

Γι’ αυτό δεν έπαυα στιγμή να δραπετεύω.
Ήθελα να χωρέσω σε όσα μου κρύβονταν.

Ήθελα να χωρέσω τις επιθυμίες στον έρωτα.
Πως να χωρέσεις το οτιδήποτε σε κάτι τόσο γεμάτο από τον εαυτό του;

Και πως να χρεώσεις τον έρωτα
όταν ακόμα δεν μπορείς να ξεχρεώσεις την ήττα του;

Μη μου ζητάς να ξεμπερδεύω μαζί του.
Μη μου ζητάς να βγάλω όσα φορώ για να γίνω κάτι άλλο.

Αδυνατώ.
Αφελής.

Κραυγές Σωτηρίας

Ξες γιατί οι άνθρωποι αποτυγχάνουν;
Γιατί φοβούνται να αφιερωθούν.
Ξες γιατί οι άνθρωποι φοβούνται να αφιερωθούν;
Γιατί φοβούνται ότι έτσι θα τους δουν.
Θα σε κουράσω, αλλά ξέρεις γιατί οι άνθρωποι φοβούνται μήπως τους δουν;
Γιατί φοβούνται ότι δεν έχουν τίποτα να δείξουν.

Λιπόψυχες δηλώσεις ανθρώπων
που προτίμησαν να ξεγελάσουν αντί να σταθούν στο ύψος τους.
Αν φοβηθείς μια φορά την αδυναμία,
θα τη φοβάσαι για πάντα.

Ανδρείκελα, που υποτιμούν τις στιγμές των άλλων
και εγκωμιάζουν τις ανύπαρκτες δικές τους.
Δε μου αρκούν, δε μου αρκεί τίποτα, θυμώνω!

Ό,τι φοβήθηκα δε με εξουσιάζει
του έδωσα να καταλάβει,
όταν μου ζήταγε ό,τι δεν είχα
του απαντούσα με κραυγές.

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεμάτοι
από όσα τους λείπουν
και μπροστά σε ό,τι τους πονάει
σφίγγουν τα δόντια και περνάν από μέσα του.
Ναι.
Υπάρχουν και άνθρωποι που αξίζουν.

Το αποκλειστικό σου

Είχανε δίκιο.
Αν μιλάς για όσους φύγανε νωρίς,
πες είχανε δίκιο.
Μπορεί να τους τύλιξε η λήθη, μπορεί να τους τύλιξε μια καινούρια ζωή.
Μπορεί και τα δυο.
Ή μπορεί και να είχανε δίκιο.

Κι αν το πεις αυτό, δε σημαίνει πως θα πάρεις το μέρος τους.
Δε σημαίνει πως θα ξεχάσεις τη δικιά σου την πίκρα.
Απλώς θα βάλεις και των δυο στο τραπέζι.
Ούτε σημαίνει πως τάχα του άλλου η πίκρα θα γίνει τώρα πιο σημαντική.
Απλώς θα μπορείς να μιλάς γι’ αυτήν χωρίς να νιώθεις ότι κατηγορείσαι αποκλειστικά.

Κι αν σε πονάει, θα σε πονάει. Δεν γιατρεύεται αυτό.
Κι αν δεν κατάλαβαν τα λόγια σου, πες μου,
πόσα τους λόγια κατάλαβες εσύ;

Δε σηκώνει κόντρες το αλησμόνητο.
Κι αν είναι έτσι, τις κόντρες μου τις φέρνω πλαγίως.
Οι μετωπικές κούρασαν τόσο εμένα,
όσο κι εκείνους.
Είχανε δίκιο και δεν το φέρνω βαρέως.
Η οικειότητα στην παρουσία οικοδομείται,
στην απουσία θεμελιώνεται.