Οι ιππότες του βυθού

– Θα χαθώ στα βαθιά, για λίγο, το ‘χω ανάγκη.
– Να επιπλέεις, να σε βλέπω, να ξέρω πως δε σε βούτηξαν ακόμη τα υπόγεια ρεύματα τους.
– Πως συνορεύεις με το δίκαιο;
– Τι είναι αυτά; Τι με ρωτάς; Μιλούσαμε για βάθη και ρηχά.
– Το ίδιο μου κάνει. Τι είναι μια επιφάνεια αν δεν έχει από χάμω έναν πάτο για να φλέγεται;
– Τι σε νοιάζουν πια αυτά; Γιατί μόνος μπερδεύεσαι;
– Θέλω να ξέρω αν κάποτε χαθώ, ψάχνοντας για κάτι παραπάνω, μη τυχόν με λησμονήσουν. Και δεν προσέξουν πως δεν είμαι μόνο τα όσα φαίνομαι.
– … Δεν είσαι. Κανείς δεν είναι. Όλοι το ξέρουν. Ο καθένας για τον άλλο.
– Και τότε γιατί κανένας δεν ψάχνει να με βρει; Στο βάθος μου. Στο αληθινό μου βάθος.
– Γιατί φοβούνται, καλέ μου, φοβούνται, τι θα βρεις ύστερα στο δικό τους. Μη θυμώνεις.
– Και τι να κάνω μέχρι ο φόβος να περάσει;
– Γιατί είναι στολισμένα τόσο περίτεχνα ο βυθός αναρωτήθηκες ποτέ σου;
– Περιμένοντας να τον βρουν έβαλε τα καλά του θες να μου πεις;
– Ακριβώς.
– Και πως ήξερε πότε θα ‘ρθουν; Για ποιους θα ετοιμαστει;
– Δεν ήξερε πότε θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται από νωρίς.
Δεν ήξερε ποιοι θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν για όλους. Δεν ήξερε αν θα ‘ρθουν, γι’ αυτό δεν απεπλιζόταν και δεν ήλπιζε. Δεχόταν μόνο την άγνοια του. Κι έτσι έγινε πλούσιος, τόσο πλούσιος που κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ακόμα κι αν μόνο λίγοι, και γενναίοι, τον είχαν δει από κοντά, και διηγιόντουσαν σε άλλους τι είχαν δει. Κι έτσι θα ζούσε περισσότερο από όλους. Και για όλους. Πήγαινε, όμως, τώρα, βγάζει κύμα, να τιμωρήσει ο ουρανός τα ρηχά, που στέκονται ανάμεσα στον ίσκιο και την αρμύρα.

Βίδες

Χαΐρι με την τεχνολογία δεν είχα βρει. Εμ κι αυτή δε βοηθάει καθόλου. Πάει και μου φτιάχνει το facebook. Μπήκα μια φορά, και ένιωσα πως μπαίνω στο Πλαίσιο. Η χαρά του καταλόγου. ‘Πείτε μου τα χαρακτηριστικά που ψάχνετε, και θα σας βρω εγώ ένα μοντέλο που έχει καλύτερα’. Τούτο εδώ έχει πάει παντού. ‘Να, το λέει. Πήγε εκεί, πήγε πιο κει.’ Εν τέλει δεν πήγε πουθενά, αλλά για κοίτα ‘Πάρος – Καλοκαίρι 2010’. Λεζάντα: ‘Γιατί μ’ αρέσει να λουφάρω’. Ναι, σωστά, ευχαριστούμε για τη διευκρίνιση, η ξαπλώστρα μ’ εσένα καβάλα, ίσως και να μην το πρόδιδε αρκετά. ‘Αξιολογήσεις έχει;’, τι το θελα και ρώτησα. ‘Ασφαλώς. Όλα τα μοντέλα μας διαθέτουν αξιολογήσεις. Απλώς ίσως οι χρήστες να διαγράφουν τις αρνητικές επί τόπου. Για να μη χαλάσουν την εικόνα τους. Καταλαβαίνετε…’ Ασφαλώς.

‘Εξυπηρετηθήκατε καλά από το κατάστημα μας; Βρήκατε αυτό που σας ταιριάζει;’, τι να σου πω τώρα κι εσένα;

Σ’ έναν τέτοιο κόσμο, λοιπόν, φαντάσου ένα παιδί που:
Υποθετικό σενάριο 1: Του αρέσει να παίρνει το βιβλίο του απ’ το χεράκι Κυριακές πρωινά, καθώς λόγω της ημέρας και της ώρας – προηγείται σαββατόβραδο – η βλακεία που κυκλοφορεί ελεύθερη σε νέες παραλίες και μη, κάπως, φιλτράρεται, και
Υποθετικό σενάριο 2: Ξέρει πολύ καλά να χάνεται στους δρόμους της ίδιας του της πόλης, καθώς αφενός οδοί και αριθμοί πρέπει να έφτυσαν στο ποτήρι που έπινε γάλα όταν ήτανε μικρό και καθώς αφετέρου, η ανακάλυψη του 21ου αιώνα, που ακούει στο όνομα GPS, του φαντάζει παντελώς άχρηστη, όταν μπορεί να γυρίσει στον τυχαίο περαστικό που περνάει από δίπλα του, λέγοντας του, ‘Συγγνώμη, κύριε, χάθηκα. Μήπως ξέρετε που πηγαίνω;’

Αν ένα τέτοιο, υποθετικό πάντα, παιδί δει πως στην άλλη άκρη της γης, σε μια χώρα γνωστή περισσότερο για τα burgers της, παρά για τους προβληματισμούς και τις φιλοσοφικές της διαθέσεις, μια κοπέλα φτιάχνει λίστα τραγουδιών στην απείρως πιο χρήσιμη από GPS ανακάλυψη, λεγόμενη Spotify, ύστερα από πρόσφατο χωρισμό της, που καθόλου δεν προσπαθεί να τον αποσιωπήσει, και την ονομάζει Solitude, ε αυτό το παιδί, λοιπόν, θα γυρίσει και θα σου πει, ‘Ήρθε η ώρα μας, κουφάλες!’

Έτσι, λοιπόν, ως το υποθετικό παιδί αυτής της υποθετικής ιστορίας δεν μπορώ παρά να εξυμνήσω την τεχνολογία και να ξεχάσω με μιας όσα κακά μου έχει προξενήσει. Γιατί είναι άλλο πράγμα να μιλάς για συντροφικότητα ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζονται, και άλλο να τη βλέπεις να παίρνει οστά και τη μορφή μιας αλληλοδιαδοχής μουσικών κομματιών. Είναι άλλο πράγμα να επικοινωνείς με τους δικούς σου όρους, στο δικό σου παιχνίδι, με τη δική σου πραγματικότητα, χωρίς να κυνηγάς την αποδοχή και το like τους. Είναι άλλο πράγμα, απλά, να ‘χεις τη βίδα σου, και να ξες πάντα πως δεν πειράζει, γιατί κάπου, κάποια στιγμή, κάποιος, ίσως και να έχει την ίδια βίδα μ’ εσένα. Και δε χρειάζεται να μιλήσετε, ούτε και να εξηγήσετε το τι και το πώς, ούτε να πάρει ο ένας τον άλλον απ’ τη δική του πλευρά, γιατί του αρκεί που έχει τη βίδα του, κι αν τη μοιράζεται για λίγο είναι για να σου πει:
‘Ξες, έχω κι εγώ τις παραξενιές μου, όπως κι εσύ, όπως και όλοι μας. Και δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι πρώτα ίδιοι, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον.’

Α new song added in the playlist ‘Solitude’: ‘Haunted by you – Future Islands’. Άνα γεια σου κοπελιά. Δικός μου άνθρωπος είσαι.

Υποσημείωση_1: play.spotify.com/user/miranda.holly/playlist/Solitude Για όσους είναι σαν κι εμένα. Και τα υποθετικά τους τη δίνουν στα νεύρα.

Έκφραση Έκθεση

Το να γράφεις απαιτεί μια έμφυτη και ειλικρινή επιθυμία να εκτεθείς. Αυτό σημαίνει πως η πιθανότητα τα γραπτά σου να φτάσουν στο λάθος άτομο, τη λάθος χρονική στιγμή, με το λάθος τρόπο, σε κάνει να τρέμεις. Παρ’ όλα αυτά την επιδιώκεις.

Πολλοί γράφουν από υπερβολή, για να διαμορφώσουν μια εικόνα – ίσως αυτή που τους λείπει. Είναι αυτοί που γράφουν λαφριά. Τα κείμενα τους τα διαβάζεις σε ένα βράδυ, και οι λέξεις τους μένουν κολλημένες στο χαρτί. Ποτέ δεν καταφέρνουν να σε φτάσουν.

Άλλοι γράφουν με θυμό. Θέλουν η οργή τους να έχει συμπαραστάτη. Θέλουν να συμφωνήσεις μαζί τους. Αν δεν το κάνεις εσύ, σίγουρα κάποιος θα βρεθεί να το κάνει. Η οργή σ’ αυτόν τον τόπο φτάνει και περισσεύει.

Κάποιοι, και ίσως οι περισσότεροι, γράφουν για να αλλάξουν τον κόσμο. Είναι αυτοί που εμείς οι υπόλοιποι θα τους χαρακτηρίσουμε, από βεβιασμένη ταχύτητα, συγγραφείς. Ίσως και να είναι. Ίσως και απλώς να ήθελαν να πιστέψουν πως είναι.

Κάπου διάβασα πως συγγραφείς είναι οι αποτυχημένοι άνθρωποι. Αποτυχημένοι στο να βιώσουν τη ζωή, όχι όμως πάντα στο να τη μεταδώσουν.
Γιατί διάβασα πολλούς που μ’ έκαναν να πιστέψω πως είχαν κλεισμένη τη ζωή στα δυο τους χέρια. Με τέτοια άνεση, με τέτοια σιγουριά.
Δε λέω διάβασα κι άλλους που έμοιαζε πως η ζωή δεν τους είχε ποτέ ακουμπήσει, που όταν τους έδειχναν το φως αυτοί θα πρέπει να κοιτούσαν να βρουν που γεννιέται η σκιά του.

Ίσως αυτούς τους τελευταίους να τους έπεισε κάποτε κάποιος ότι μπορούν να συλλάβουν τις λέξεις, να τις κάνουν υποχείρια τους, πως αυτή είναι η ικανότητα τους.
Γιατί όλοι έχουν από μία, κι αν δεν την έχουν βρει την επινοούν. Ίσως έτσι να ξέπεσαν κι αυτοί. Γιατί είναι ξεπεσμός το να μη προλαβαίνεις.
Το να μην προφταίνεις να βρεις από που πηγάζει η σκέψη σου.

Σε άλλους οι νότες είναι αυτές που έρχονται πρώτες,
αυτοί δε μιλάνε και τόσο, μόνο χαμογελάνε κάθε λίγο, γιατί μπροστά στο κάθετι έχουν έτοιμη την επόμενη σύνθεση τους.
Άλλοι μπερδεύουν τα χρώματα και τις παλέτες, αυτοί δε έχουν για λέξεις μόνο σιωπές, στα μάτια τους θα δεις να λάμπει αυτή η γυαλάδα που στολίζει τα έργα τους.
Άλλοι κι ας μοιάζει παράταιρο όταν τους κοιτάς έχουν τρεχούμενο νερό από λέξεις στα υπόγεια του μυαλού τους. Αυτοί είναι εκείνοι που μιλάνε, αλλά λένε πάντα άσχετα, για τον καιρό και για το χιόνι, ποτέ όσα τους υπαγορεύει ο νους. Εκείνα τα κρατάνε μόνο για τα γραπτά τους, τσιγκούνηδες άνθρωποι, άχαροι. Μια ζωή επαναστατούν για το πως θα επαναστατήσουν.

Υπάρχουν κι άλλοι πολλοί, άνθρωποι σκυφτοί, συννεφιασμένοι που σκέφτονται με αριθμούς, άνθρωποι παιχνιδιάρηδες και ελαφρόμυαλοι που αγαπούν τα
κόλπα και τις απατεωνιές, άνθρωποι στοργικοί και αλαφροΐσκιωτοι που κρατάνε τη σκέψη τους μόνο για το ταίρι, άνθρωποι που σκέφτονται με το σταυρό στο χέρι και τα λοιπά και τα λοιπά. Μα τέλος είναι πάντα αυτοί που δε σκέφτονται καθόλου.
Αν δεν υπήρχαν αυτοί αμφιβάλλω πως όλοι οι υπόλοιποι θα είχαν κάτι για να σκεφτούν.

Γιατί γράφω; Να μια καλή ερώτηση. Μέχρι τώρα ποτέ δεν πίστεψα ότι όντως γράφω, παρά το ότι γράφομαι. Δεν ξέρω όμως να διευκρινίσω ακριβώς από ποιον.
Ίσως είναι η δική μου απόδειξη απατηλής ιδιοφυΐας. Ίσως το μικρό μου δωμάτιο να έχει παραμικρύνει τελευταία και να ψάχνω να βρω τρόπο να ανασάνω.
Ίσως πρέπει να αρχίσω κι εγώ να μιλάω για τον καιρό και για το χιόνι.

Ο κόσμος λέει πως μοιάζω λυπημένη. Πολύ φοβάμαι ότι αν έπαυα να μοιάζω λυπημένη, θα έπαυα να μοιάζω εγώ. Η αμήχανη στιγμή που δυσκολεύεσαι να διαχωρίσεις το βλέμμα ενός ανθρώπου από τον τρόπο που σε κοιτάει. Την αγάπη που νιώθεις για κάποιον από τον φόβο πως κάποτε θα χαθεί. Η στιγμή που όλα γίνονται ένα, κι αν βγάλεις από το ένα έστω και κάτι, τότε το ένα παύει να υπάρχει.

Όπως ακριβώς με τους ήρωες της Γουλφ. Τη φαντάζομαι μόνη σ’ ένα σπίτι να περιτριγυρίζεται από αμέτρητους εαυτούς της. Να τους μοιράζει ονόματα και ύστερα να τους πετάει στα μυθιστορήματα της. Ίσως γι’ αυτό να πνίγηκε. Πώς να μην πνιγεί κάποιος που το ένα του αποτελείται αποκλειστικά από κομμάτια του; Πως να μην πνιγεί κάποιος που βλέπει παντού τον εαυτό του;

Οι περισσότεροι συγγραφείς θεωρούν ότι αν σταματήσουν να γράφουν σημαίνει πως σταματούν και να σκέφτονται. Γι αυτό καταλήγουν να γράφουν ασταμάτητα. Ενώ ίσως στην τελική αυτό που τους χρειάζεται είναι να σταματήσουν να σκέφτονται. Και να αρχίσουν να εκτίθενται.