Όξω ρε

Εγώ, αγάπη μου, αν σε ερωτευτώ, σου κατεβάζω τον ήλιο και όλες του τις ακτίνες για να τα έχεις φυλαχτό. Έτσι. Για το χατίρι σου.
Γι’ αυτό σου λέω, λοιπόν, άσε τα λόγια τα λιπόψυχα και τις πράξεις τις φουριόζικες, τις δήθεν τυχαία καμωμένες. Σ’ αυτούς που χαμπαριάζουν από ψίχουλα που τους πετούν στο δρόμο, ακόμα δεν έμελε ν’ ανήκω.

Advertisements

Παγωμένη Πολιτεία (απόσπασμα)

Περιστοιχιζόταν από οθόνες. Δεν ήξερε που βρίσκεται ούτε με ποιον είχε έρθει. Αν και πρέπει να υπήρχε κάποιος μαζί του, έτσι δεν είναι; Θυμάται κάποιος να του κρατάει το χέρι, και μετά να εξαφανίζεται. Στις οθόνες έπαιζε ο εαυτός του. Συνήθιζε να αποκοιμιέται με εικόνες του ίδιου από το παρελθόν, τώρα και από το μέλλον. Σαν ένα πουλί που τσιμπολογάει τις στιγμές του, λιτοδίαιτο, ποτέ δεν ζήταγε πολλά, ίσως γιατί το κάθετι το πολλαπλασίαζε. Και το πιο μικρό του φαινόταν αρκετό.

Που βρισκόταν; Το μέρος το έβλεπε πρώτη φορά, τις στιγμές στις οθόνες τις αναγνώριζε, αν και η λήψη διέφερε. Για να πάρει λίγο τα πάνω του προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι η λήψη πάντα διέφερε, πάντα θα υπήρχε μια μικρή διαφορά. Ικανότητα της μνήμης να αναγεννιέται. Όμως, όχι, όσο κι αν επέμενε, αυτή τη φορά οι στιγμές στις οθόνες ήταν αλλοιωμένες, παραπάνω απ’ όσο τους επιτρέπεται. Όπως το παραπάνω που αλλάζει κάποιος, και παύει να σου φαίνεται οικείος. Ξέρεις ότι τον ξέρεις, ξέρεις ότι είναι ο ίδιος, όμως τα σώματα σας, οι επιθυμίες σας, τα βλέμματα λένε την αλήθεια που εσείς φοβάστε, ότι όχι, δεν είναι όλα όπως παλιά.

Οι δικοί μου οι ξένοι

Letter Cravings

Την είδα, μαμά,
ήταν εκεί μαζί με τους άλλους,
ήταν όλοι μαζεμένοι εκεί.
Εκεί, απ’ όπου δε θα πρεπε να χω περάσει εξαρχής.
Σου είχα υποσχεθεί, μαμά,
«Δεν θα περάσω από εκείνο το δρόμο», σου ‘χα πει.
Και όμως πέρασα,
και την είδα από μακριά,
κι όμως συνέχισα να προχωράω προς το μέρος της,
φταίω, το παραδέχομαι.

Ήθελα μόνο να ακουμπήσω τον αέρα που ακουμπούσε,
στο ορκίζομαι,
δεν είχα στο μυαλό μου, ούτε κουβέντες ούτε αγκαλιές,
όμως με είδε κι εκείνη, μαμά.

Έσκυψα το κεφάλι, ένιωσα πως αν κρύψω τα μάτια μου θα κρύψω κι εμένα,
δεν ήθελα να με δει, το βλέμμα μου δεν ήταν ακόμα έτοιμο να συναντήσει το δικό της.
Ήξερα πως θα άνοιγαν τα μάτια μου, θα γίνονταν δυο τρύπες,
και όλα θα χύνονταν απ’ έξω τους σαν καταρράκτες.

Και δε θα σουν εκεί να τα μαζέψεις, μαμά,
και τι να περιμένουμε από τους ξένους,
γιατί…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 271 επιπλέον λέξεις

Κάνει κρύο, κλείσε την πόρτα να χαρείς

Ερημιά.
Μια λέξη, τρεις συλλαβές
κι όμως οι άκρες της αντηχούν παντού.
Δαγκώνω τα χείλη. Από συνήθεια.
Στην αρχή αμυδρά. Δε μου κάνει αίσθηση.
Όσες λέξεις ναυάγησαν εκεί, αφήνουν το σημάδι τους τώρα.
Ο πόνος δυναμώνει. Αδιαφορώ.
Θα ήταν ντροπή να καταλάβαιναν όλοι
τα όσα δε λέμε.
Κι όμως, αυτό το παράπονο
δε θα πεθάνει ποτέ.
Μαύρα γυαλιά, όπως τότε.
Να μη ξεχύνονται οι προσδοκίες.
Να τα πούμε ξανά.
Στο παρελθόν ίσως μια επόμενη φορά ανταμώσουμε.

(η ερημιά ξεκινά από έξω. Φιλιά!)

Τετράγωνη Λήθη

Δαχτυλιές σ’ ένα παράθυρο,
γιατί ο χρόνος μπορεί να αντιστραφεί.
Είναι το πριν ή το μετά η φυσική μου κατάσταση;
Αδιαφορώ για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν που δε μου ανήκει.

Σ’ ένα δωμάτιο διαμελισμένο από τη λήθη
κρύβονται οι ενοχές.
Ανθρώπινες κραυγές.
Σου φωνάζω πως ξεχνάω,
η μνήμη μου μια ζελατίνα που έχει φθαρεί από το χρόνο.
Αν δεν μου ανήκουν οι στιγμές μου
τότε ανήκουν σε κάποιον άλλον;

Ανθρώπινες κραυγές.
Αδυναμίες που κρύβονται στο χρόνο
με τη μορφή μιας αυθαίρετης ύπαρξης.
Δε θυμάμαι.
Δε θυμάμαι όλα αυτά που ήταν να γίνω.
Ανθρώπινες κραυγές – μόνο αυτό θυμάμαι.
Πόσο σωτήρια μια λέξη που όταν παίρνει μορφή
όλα όσα εννοεί κρύβονται μέσα της.
Πάντα θυμάμαι τις κραυγές.
Αυτές που δεν κατάφεραν να εκφράσουν όλα όσα εννοούν
που καμιά λέξη δεν τις έκανε τη χάρη.
Δεν τις γιάτρεψε, και έτσι κανείς άλλος δε θα πονέσει γι’ αυτές.
Θα μείνουν μόνες να εσωκλείουν τον εαυτό τους.
Μέχρι να ξεχαστούν κι από τις ίδιες.
Κι έτσι να πάψουν να υπάρχουν.
Γιατί ό,τι δεν ονομάζεται από τους άλλους
ξεχνιέται στον χρόνο.
σαν μια λήθη
που κατασκευάστηκε να εσωκλείει τον εαυτό της.
Και οι άκρες της
ακουμπούν μεταξύ τους
διασχίζονται το άπειρο
και γυρνώντας πάλι στο ίδιο σημείο.

Η αρχή και το τέλος συνορεύουν
μέσα στην ακινησία της συνείδησης.

Επιφυλάξεις

Καθρεφτίζεται στη σκέψη μου
η εικόνα σου.
Κάνω το χρόνο μαξιλάρι
και ακουμπώ,
ίσως με κάποια επιφύλαξη,
το κεφάλι μου.
Ξέρω πως θα μου ξεγλιστρήσει.
Στο τέλος.
Όμως, δεν προσβάλει κανέναν, νομίζω,
να στηριχθώ για λίγο επάνω του.
Για λίγο μόνο,
και για όσο μου δίνεται.

Μια τόσο δα κάφτρα

Σε φωνάζω με το μικρό σου όνομα.
Νιώθω ένα μικρό κάψιμο στην άκρη της γλώσσας.
Κάθε φορά.

Να ράψω τη φωνή μου
με τα όσα σε αποτελούν,
μια συνήθεια που ακόμη δεν κατέκτησα.