Περιπτεράκι

«Στην αγκαλιά του
και με μια κουβέντα μαζί σου
πάλι κατάφερες να με ‘μονεύσεις’.»

Γιατί κι ο έρωτας, από κατασκευής του,
γυρεύει να μας κάνει να αντιληφθούμε τη μοναξιά μας
όταν αυτή δεν εσωκλείει το βαθύτερο μας είναι
και μας εξαπολύει από τη τεχνητή άνεση που παλεύουμε με νύχια και με δόντια
να σφυρηλατήσουμε γύρω μας.
Σαν ένα είδος γόρδιου δεσμού που μας κρατάει συνδεδεμένους με την πραγματικότητα.
Μια πραγματικότητα που ίσως αρνούμαστε,
αλλά και που ίσως ταυτόχρονα φοβόμαστε να αφήσουμε πίσω μας.
Γιατί έχουμε πια δεθεί μαζί της, σαν από συνήθεια,
όπως το θύμα που αρχίζει σιγά σιγά να δένεται με το θύτη του.
Με τη διαφορά πως εδώ, στο πεδίο του έρωτα,
το κάθε πρόσωπο είναι τόσο θύτης όσο και θύμα.
Και ο καθένας διαλέγει μόνο το έγκλημα του,
τη προσωπική φυλακή που θα τον ακολουθεί,
και πάει.
Κι αν τύχει κάποτε να σταθεί τυχερός
και του χτυπήσει ένα αόρατο χέρι την πόρτα,
καλείται να διαλέξει
ανάμεσα στη μοναξιά που τη φοράμε από επιλογή
και μας κάνει να χαμογελάμε ένα χαμόγελο δικό μας
ή στη μοναξιά που μας φοράει όπου κι αν πάμε,
κι ό,τι αληθινό βλέπουμε γύρω μας
μας τη θυμίζει μια ζωή για πάντα.
Και μη φοβάσαι – οι μοναξιές πάντα ανταμώνουν.
Να φοβάσαι τις σιωπές που ακολουθούν μια μοναξιά που δε τη διάλεξες.

Και όσα μας ενθουσιάζουν, θα μας ‘μονεύουν’
όταν δεν τα επιλέγουμε για χάρη μιας ουτοπικής και αψεγάδιαστης ασφαλής ευτυχίας.
Από αυτές τις τζούφιες που είναι να τις λυπάται η ψυχή σου.

Φτου για μένα! Τα φυλάς ξανά.

 

Advertisements

Όξω ρε

Εγώ, αγάπη μου, αν σε ερωτευτώ, σου κατεβάζω τον ήλιο και όλες του τις ακτίνες για να τα έχεις φυλαχτό. Έτσι. Για το χατίρι σου.
Γι’ αυτό σου λέω, λοιπόν, άσε τα λόγια τα λιπόψυχα και τις πράξεις τις φουριόζικες, τις δήθεν τυχαία καμωμένες. Σ’ αυτούς που χαμπαριάζουν από ψίχουλα που τους πετούν στο δρόμο, ακόμα δεν έμελε ν’ ανήκω.

Παγωμένη Πολιτεία (απόσπασμα)

Περιστοιχιζόταν από οθόνες. Δεν ήξερε που βρίσκεται ούτε με ποιον είχε έρθει. Αν και πρέπει να υπήρχε κάποιος μαζί του, έτσι δεν είναι; Θυμάται κάποιος να του κρατάει το χέρι, και μετά να εξαφανίζεται. Στις οθόνες έπαιζε ο εαυτός του. Συνήθιζε να αποκοιμιέται με εικόνες του ίδιου από το παρελθόν, τώρα και από το μέλλον. Σαν ένα πουλί που τσιμπολογάει τις στιγμές του, λιτοδίαιτο, ποτέ δεν ζήταγε πολλά, ίσως γιατί το κάθετι το πολλαπλασίαζε. Και το πιο μικρό του φαινόταν αρκετό.

Που βρισκόταν; Το μέρος το έβλεπε πρώτη φορά, τις στιγμές στις οθόνες τις αναγνώριζε, αν και η λήψη διέφερε. Για να πάρει λίγο τα πάνω του προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι η λήψη πάντα διέφερε, πάντα θα υπήρχε μια μικρή διαφορά. Ικανότητα της μνήμης να αναγεννιέται. Όμως, όχι, όσο κι αν επέμενε, αυτή τη φορά οι στιγμές στις οθόνες ήταν αλλοιωμένες, παραπάνω απ’ όσο τους επιτρέπεται. Όπως το παραπάνω που αλλάζει κάποιος, και παύει να σου φαίνεται οικείος. Ξέρεις ότι τον ξέρεις, ξέρεις ότι είναι ο ίδιος, όμως τα σώματα σας, οι επιθυμίες σας, τα βλέμματα λένε την αλήθεια που εσείς φοβάστε, ότι όχι, δεν είναι όλα όπως παλιά.

Οι δικοί μου οι ξένοι

Letter Cravings

Την είδα, μαμά,
ήταν εκεί μαζί με τους άλλους,
ήταν όλοι μαζεμένοι εκεί.
Εκεί, απ’ όπου δε θα πρεπε να χω περάσει εξαρχής.
Σου είχα υποσχεθεί, μαμά,
«Δεν θα περάσω από εκείνο το δρόμο», σου ‘χα πει.
Και όμως πέρασα,
και την είδα από μακριά,
κι όμως συνέχισα να προχωράω προς το μέρος της,
φταίω, το παραδέχομαι.

Ήθελα μόνο να ακουμπήσω τον αέρα που ακουμπούσε,
στο ορκίζομαι,
δεν είχα στο μυαλό μου, ούτε κουβέντες ούτε αγκαλιές,
όμως με είδε κι εκείνη, μαμά.

Έσκυψα το κεφάλι, ένιωσα πως αν κρύψω τα μάτια μου θα κρύψω κι εμένα,
δεν ήθελα να με δει, το βλέμμα μου δεν ήταν ακόμα έτοιμο να συναντήσει το δικό της.
Ήξερα πως θα άνοιγαν τα μάτια μου, θα γίνονταν δυο τρύπες,
και όλα θα χύνονταν απ’ έξω τους σαν καταρράκτες.

Και δε θα σουν εκεί να τα μαζέψεις, μαμά,
και τι να περιμένουμε από τους ξένους,
γιατί…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 271 επιπλέον λέξεις