Το θέατρο της λογικής

Φοράω τα χρώματα που μου ζητούν να φορέσω.
Υποκινούμαι από τα ίδια νήματα
που υποκινούν
εκείνους
που σιχαίνομαι
και είμαι περήφανος γι’ αυτό
γιατί έτσι μου μάθαν,
μου μάθαν πως αν πολεμάω με παρέα
έχω ιερό σκοπό
μα αν μένω μόνος
κάτι υπάρχει πάνω μου στραβό.
Γι’ αυτό κι εγώ φωνάζω
κι εξοργίζομαι,
όταν μου λένε να φωνάξω, όταν μου λένε να εξοργιστώ.
Στην επανάσταση τους
είμαι πάντοτε αρχηγός.
Και ξέρουν τι θα πω, και πως θα το πω,
μου μετρούν τις λέξεις, κι ύστερα μου τις σερβίρουν,
κι εγώ μεγαλοπιάνομαι, γιατί νομίζω πως τάχα ήταν πάντοτε δικές μου.
Μου υπαγορεύουν το συναίσθημα, μου λεν επίσης που θα πρέπει να τονίζω τις προτάσεις,
πως θα πρέπει η φωνή λίγο να σπάει, μου μαθαίνουν,
κι έτσι να δίνεται έμφαση στην ανύπαρκτη συγκίνηση μου
και στο πόσο με συνεπαίρνει
να είμαι πολίτης αυτού του κόσμου
και να θυμώνω με τα θύματα του,
και με το αίμα που χύνεται άδικα.

Ποιο είναι το άδικα,
εξοργισμένε άνθρωπε,
το γνωρίζεις το άδικα
ή στο σφυρίξανε κι αυτό
στα μαθήματα επιφανής συνειδητότητας
που κρατάνε από τα γεννητούρια σου;
Φόρα τη μάσκα σου τώρα, εξοργισμένε άνθρωπε,
όπως τόσες και τόσες φορές
κι όταν θα τελειώσει κι αυτή η μέρα,
θα σβήσεις πάλι, όπως το φως, και την οργή σου.
Θα την αφήσεις στο κομοδίνο, δίπλα από το κρεβάτι σου
κι αυτή υπομονετική θα σε περιμένει πάλι εκεί
το επόμενο πρωί
να τη ρίξεις επάνω σου
τώρα που κάνει κρύο
στον καιρό χωρίς όραμα.
Μα η οργή, εξοργισμένε άνθρωπε, ξεχνάς
δε σβήνει
παρά μόνο αν καταφέρει τον σκοπό της.
Μα αυτό δε στο μαθαίνουν στα «σχολεία»…