Περιστέρια που δε γύρισαν

Νιώθω. Οι μύες της πλάτης συσφίγγουν τη σπονδυλική στήλη. Aπεγνωσμένα. Ασφυκτικά.
Η ελαστικότητα καταργείται. Υποτάσσεται.
Η καρδιά συσπάται. Τα μάτια στενεύουν για να μπορέσουν να συγκεντρωθούν.
Το στόμα έχει μετατραπεί σε μια λεπτή γραμμή-μοιάζει να σημαδεύει έναν τόπο που κάποτε δάγκωσες γλυκά.
Θυμάσαι; εγώ αδυνατώ να μην…
γιατί να είναι τόσο δύσκολο να ταιριάξει το μέσα με το έξω;
μέχρι κι ο ουρανός άλλαξε διακόσμηση και ξεκρέμασε τον ήλιο.
Κάνει σινιάλο στο χειμώνα να μπει. Το πεδίο είν’ ελεύθερο.
Εγώ;
είμαι πολύ πληγωμένη για να το κρύβω ακόμα
και πολύ ματαιόδοξη για να το αποκαλύψω.
“Να ζεις τα ρωτήματα σου και μόνο” θα μου λεγες αν μ’ άκουγες. Το ξέρω.
Μα μαζεύτηκαν πολλά.
Κι άλλα τόσα πρόσωπα. Κι όμως όλα με την ίδια μορφή.
Οι ξένοι με την καλή τους νεράιδα στον ώμο-την άγνοια,καμία καλοσύνη- μου φαντάζουν θεοί.
Μπροστα τους μεταμορφώνομαι σε υπαρκτό πρόσωπο.
Ποτέ δε θα δουν πόσο ψεύτρα είμαι. Ανακουφίζομαι.
Είναι τρομακτικό να νομίζεις πως οι γύρω σου σε παρατηρούν,
πως κρίνουν την κάθε κίνηση σου, πως προσέχουν τον τρόπο που πας πίσω τα μαλλιά σου,
το ανοιγοκλείσιμο των ματιών σου όταν κάποιος σε σκουντάει κατα λάθος.
Και είναι ακόμα πιο τρομακτικό να ανακαλύπτεις
οτι κανείς δε σε κοιτάει-κανείς δε νοιάζεται.
Είναι τρομακτικό να σ’εγκαταλείπουν. Να μένεις μόνος σου.
Και είναι ακόμα πιο τρομακτικό να εγκαταλείπεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Να μένεις άδειος…
Αλήθεια, ο έρωτας τελικά σε φέρνει πιο κοντά στη ζωή;
Ή στο θάνατο;
Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να αφήσεις πίσω αυτούς που ξεπέρασες.
Και κάποτε έρχεται η ανάγκη στους φανατικά αληθινούς, να αποκαλυφτούν…

Ουρανός από λέξεις

Οι λέξεις μου κάποτε σχημάτιζαν εμβατήρια.
Έγραφα στο σκοτάδι, με λίγο φως να πέφτει από τα δεξιά.
Να ρίχνει τις σκιές του το μολύβι στο χαρτί.
Ο ουρανός φιλοξενούσε τις γραμμές που μου λείπαν.
Λίγα σύμφωνα ακόμα. Δανεικά. Μου πέφτουν υγρά τα φωνήεντα όταν δεν έχω κάπου να τ’ ακουμπήσω.
Κι έτσι ακούγομαι σκληρή.
Μοναδική ικανότητα του λόγου. Όσο λιγότερα λες, τόσο περισσότερο εκτίθεσαι.
Στον εαυτό σου. Οι άλλοι χαμπάρι.
Μια στιγμή, δυο στιγμές, μια ζωή.
Παιρνάν καμαρωτοί, πάντα πιο καμαρωτοί. Πάντα πιο.
Θα σε προλάβουν σε όλα. Έχουνε κάνει το πλάνο τους.
Έχουν βάλει όλα τα πιόνια στη θέση τους. Άργησες.
Σε κρατάν για το φινάλε. Το δικό τους φινάλε.
Το δικό σου αργεί ακόμα.

Δε μιλάς. Δε μιλάς πια. Σου τέλειωσαν οι λέξεις; Τα ρήματα; Οι επιθυμίες;
Μπήκες στην πεθαμένη τους γωνιά. Τι άστραψε πάνω της;
Πιο καλή η οπτασία, παρά η πλήρης απουσία, παραδέξου.
Πάντα μιλούσες. Ειδικά όταν δεν έπρεπε.
Ειδικά όταν δεν ήθελαν να σε ακούσουν.
Ειδικά όταν ήθελες να ακούσεις ότι κάποιος σε άκουσε.
Πάντα μιλούσες, ακόμα και στις μεγαλύτερες σιωπές σου.
Αυτή η σιωπή σας όμως, η σιωπή σας μαζί,
ήταν που σε λύγισε.

ξανά-πάλι-ακόμα

_

Η άμμος του ονείρου

Σε μια αμμουδιά της λύπης
βρήκαν το πτώμα της θύμησης σου
μια μέρα μεσημέρι.
Δε φοβάμαι να πω τις λέξεις με το όνομα τους.
Στο κάτω κάτω το οφείλω σε κάθε μια από αυτές,
ύστερα από όσα κάναν για μένα.

Σε φωνάζω με το μικρό σου όνομα.
Νιώθω ένα μικρό κάψιμο στην άκρη της γλώσσας.
Δε θα ξανάρθεις.

Σε φωνάζω ξανά. Βλέπω το όνομα σου να πεφτει στο πάτωμα.
Να θρυμματίζεται, να ξεχνάει ποιο είναι, να ξεχνάς κι εσύ.
Δεν έχω τη δύναμη να το μετατρέψω σ’ αυτό που ήταν.
Δεν έχω τις γνώσεις να συναρμολογήσω τον ήχο του.

Πλένεις τη λύπη σου τώρα
σαν να ταν βρωμιά κολλημένη σε ρούχα.
Γέρνω σ’ αυτό που ήμασταν τώρα,
μόνη.
Δε θα ξανάρθεις. Το κύμα που πέρασε μόλις,
σε κατάπιε.
Όχι, δε θα ξανάρθεις.

Λάθος ουρανός

Αναρωτιέμαι
αν δεις τους μικρούς ήλιους
που έχουν φυτρώσει στις άκρες των δαχτύλων μου
καθώς σβήνουν το χρόνο
θα με αναγνωρίσεις;
Ή θα μείνεις εκεί; Μια παγωμένη εκδοχή του ουρανού.

Ζήτησα να φιλιώσω τις ψυχές με την αλήθεια σου.
Άρχισαν να μου μιλούν για σχέδια μισοτελειωμένα και εκτροπές έρωτα.
Για οπλαρχηγούς που ξέρουν καλά τι θέλουν
μα τρέχουν ξυπόλητοι,
και κανείς δεν τους παίρνει και πολύ στα σοβαρά.

Γιατί αν μπερδέψεις τα όσα φαίνονται με τα όσα εννοούνται
ας κατεβάσουμε καλύτερα τον ουρανό
και ας πάμε αλλού να παίξουμε το νούμερο μας.
Κάπου με κοχύλια για στέγη και θάρρος ν’ ανατέλλει μες τα σπίτια μας.

Φωνή που δεν ακούγεται, φωνή που δε σωπαίνει

Φυσάει η οργή σου απόψε. Σκορπά απ’ τις τσέπες σου μικρά σημεία στίξης.
Χύνονται πίσω σου καθώς φεύγεις, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι.
Σαν ατίθασα παιδια, τρέχουν σε μέρη που τους ζητούν να κάτσουν ήρεμα.
Χασκογελούν με τη μισή τους αλήθεια.

Σ’ ακολουθώ και τα μαζεύω ένα ένα. Ίσως κάποτε να στα επιστρέψω.
Μέχρι τότε θα τα φοράω φυλαχτό στο λαιμό.
Για να μαλακώσουν τη φωνή των όσων θέλουν να ακουστούν, μα η σιωπή σου τα καλύπτει.
Για να φιλιώσουν με τα πετρωμένα.

Σου ζητώ να μου χαρίσεις κι από ένα φωνήεν. Σου ζητώ να μου δείξεις κάτι από όσα είσαι, κι όχι κάτι από όσα σε οριοθετεί.

Κάτι που θα αιωρείται γύρω μου ακόμα κι όταν δε θα ‘σαι εδώ.
Κάτι που θα συμπονάει ό,τι μικρό μου, γιατί θα ξέρει ότι απ’ τα μικρά γεννιούνται τα μεγάλα.

Χόρεψε με στη μουσική σου.
Μάθε μου τα βήματα. Μάθε μου να κρατάω τα φωνήεντα από όσα σημεία στίξης μου πετάς.

Κι εγώ υπόσχομαι να σου μάθω πως να μην κρατάς κακία στα φωνήεντα.

Τα θηρία στον κήπο

Ο Τρόμος κατασκηνώνει στα περίχωρα από καθαρή στρατηγική. Επιζητά να διακόψει τον ανεφοδιασμό από το Όνειρο. Γι’ αυτό και αποτυγχάνει. Το Όνειρο στήνει ενέδρες πάντα στα πιο δύσβατα σημεία. Χωρίς να ζητά ενισχύσεις. Και χωρίς να εκλιπαρεί για συμμαχίες. Αποτολμά εκεί ακριβώς όπου βρίσκεται. Γι’ αυτό και επιβιώνει. Δίνεται ολοκληρωτικά. Αν δεν δινόταν, θα περίμενε. Μόνιμα.

Ο Φόβος πάντα γνώριμο σκηνικό. Ένας ασθενικός γέρος γυρνά μια ξεκούρδιστη λατέρνα, εντός μου. Της οφείλω τη ζωή μου – η μανιβέλλα της είναι συνδεδεμένη με την καρδιά μου – όσο γυρνάει αυτή, γυρνάν τα πάντα. Σε περιπτώσεις ανάγκης ειδικό ρεπερτόριο: Σιωπή. Μια χοντρή κυρία – μυωπικά γυαλιά, σκελετός από ελεφαντόδοντο, χοντρές ρυτίδες περιφρόνησης στις άκρες των χειλιών – ανεβοκατεβαίνει τους ορόφους του κορμιού μου, μέσα σ’ ένα κουβούκλιο κρεμασμένο από σκοινιά και μια τροχαλία στο βάθος του λαιμού. Επιθεωρεί, και κάθε λίγο και λιγάκι φέρνει το δάχτυλο στο στόμα σαν δύστροπη δασκάλα δημοτικού, ‘Σωπάστε επιτέλους!’ Τα μαθητούδια υπακούουν. Σιωπή εδώ, φασαρία στα επάνω δώματα.

Άραγε τι να γίνεται εκεί; Άραγε θα ησυχάσουν ποτέ εκεί πάνω; Να πάρει η λατέρνα ζωή, να πάρει πόδι κι η δασκάλα, και να μείνουμε εμείς κι εμείς, να τραγουδάμε για όσα δεν μπόρεσε να κάνει ένα μυαλό, αλλά τα μπόρεσε αυτός ο αδύναμος ευγενικός παππούλης, που ήξερε κάτι που δεν ξέρουν όλοι οι άλλοι. Πως «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά. Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά»*.

* Οδός Ονείρων – Μ.Χατζιδάκις

Μοιραία σύγκρουση

Από την απέναντι πλευρά, με ανοιχτά τα φώτα πορείας, τα βλέπω να έρχονται κατά πάνω μου.
Κρατώ το τιμόνι, σαν να κρατώ τη ζωή μου από αυτό. Ίσως και να το κάνω.
Δε σταματώ και δεν κοιτώ παρά μόνο ευθεία μπροστά.
Μια σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη. Το μυαλό μου έχει κουραστεί από τις παρακάμψεις.
Οδηγούν σταθερά. Σαν να προσπαθούν να επιβεβαιώσουν το χειρότερο. Μοιάζουν να ξέρουν από που έρχονται. Δεν έχω ιδέα προς τα που πηγαίνω. Μπαίνω στον πειρασμό να τους ρωτήσω. Ίσως να σταθώ τυχερή. Ίσως αυτά να μην είναι σαν τα άλλα.
‘Από που έρχεστε;’, ‘Πείτε μου να μάθω που πρόκειται να βρεθώ’. Επιπόλαιο. Γυρεύει ψεύτικη παρηγοριά – δεν παίρνει πολύ να καταλάβεις ότι τούτη δεν έρχεται όταν τη ζητάς. Ψεύτικα χάδια – από αυτά τα ξύλινα και πετρωμένα, που πονούν πάντα περισσότερο – ξέμαθα να δίνω. Δεν είχα τίποτα για να πολεμήσω χωρίς αυτά. Είχα μόνο ερωτήσεις. Και πως να πολεμήσεις με ερωτήσεις; Πόσο μάλλον όταν οι ερωτήσεις σου θέλουν οι απαντήσεις τους να αφορούν εσένα, και όχι αυτούς απ’ τους οποίους απαντήθηκαν.

Και η απόσταση μας όλο και μίκραινε. Το φως τους γινόταν όλο και πιο απειλητικό, όλο και πιο επιτακτικό, φώναζε για να το προσέξεις, φώναζε για να σε έχει αποκλειστικό θεατή. Και το κατάφερνε. Με είχε. Γιατί δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Πουθενά. Ο πάγος στο δρόμο είχε λιώσει. Ο ουρανός είχε μαραθεί. Η εικόνα σου είχε ξεθωριάσει. Και ήταν μόνο αυτά, τα ασημένια πελώρια φώτα να με τυφλώνουν. Και επιτέλους να μου επιτρέπουν να δω.

Σκέφτηκα τις επικεφαλίδες στις εφημερίδες την επομένη. ‘Έχασε τη μάχη με τη ζωή’, ‘Δεν κατάφερε να γλιτώσει’, ‘Η στροφή ήταν πάντα το χειρότερο της σημείο’, ‘Δεν γλίτωσε’. Ποιος; Έναντι; Γιατί στ’ αλήθεια, εγώ είμαι εδώ. Στέκομαι. Ακόμα. Τι ανυπεράσπιστη η αλήθεια όταν πιάνεται στα στόματα όσων δεν ξέρουν να πονούν.

(Χαμογελώ. Ίσως από αντίδραση.)

Εγώ τα δικά μου τα τέρατα, τα κοιτώ ευθεία μπροστά, δεν τα αφήνω στιγμή από τα μάτια μου, τα καλώ στο σπίτι μου για να τους βγάλω τα μάτια, τα βαφτίζω με φτηνά ονόματα για να μην παίρνουν τίποτα πάνω τους, ούτε και το όνομα τους. Εσύ; Τα δικά σου τα τέρατα; Τα χεις φορέσει για διακόσμηση στο σαλόνι, τα γυρνάς για βραχιόλι γύρω απ’ τον αριστερό σου καρπό, μιλάς για αυτά σαν να μιλάς για έναν παλιό σου φίλο, τα ντύνεσαι και τα είσαι, μέχρι να πιστέψουν όλοι ότι αυτά είναι εσύ. Και ότι εσύ είσαι αυτά. Εμ δεν είσαι… Είσαι πολλά περισσότερα.