Είναι νωρίς

Γυρνάς τα φώτα της σκηνής πάνω μου. Δε θυμώνω. Είναι νωρίς.
Είναι νωρίς να πω πως μπορώ να ξεχωρίσω κάθε βήμα που σχηματίζει το χορό σου.
Το περίγραμμα που περιγράφει τη σιωπή σου. Το βαθούλωμα της σκέψης σου.
Τον τεταμένο ήχο που αφήνει πίσω η φωνή σου όταν σιγά σιγά σβήνει,
όταν μου τα έχει πει όλα, όταν μου λέει πως μαζί μου είναι όλα μια καινούρια αρχή.

Δεν είσαι πρόσωπο.
Δεν είσαι εσύ.
Δεν είσαι ούτε και αρκετό εμείς.
Είσαι το εγώ σου, αυτό το εγώ που είναι αρκετό
να σβήσει όσα άλλα εγώ πέρασαν να μεταβάλλουν το εδώ μου.
Ας είναι καλά τα εγώ τους, στη μνήμη των πεσόντων φυτρώνουν πάντα καινούριες εποχές.

Όμως όχι δε θα γίνεις το καπρίτσιο μου, δε θα γίνεις ο θυμός μου. Είναι νωρίς.
Είναι νωρίς να μιλώ για σένα κι ας σ’ έχω συναντήσει χρόνια πριν.
Γιατί όταν υπάρχεις, υπάρχουν όλα. Κι ας τρεμοπαίζει η ψυχή σου σαν παιδί, θηρίο ανήμερο έχω δει να το ξυπνούν οι αγκαλιές και οι σκιές μόνο να το ημερεύουν.
Να μου μιλάς, να μου μιλάς πολύ. Μία μία τις νότες να βάζεις στη θέση τους, να συνηθίσω τον ήχο της φωνής σου, γιατί θέλω η φωνή σου, μόνο η δική σου η φωνή, να συνηθίσει στη δική μου.

Παρούσα

έχε τη σκέψη βασιλιά, τη μνήμη σαν κουρέλι
κι όσοι δεν ξαποσταίνουν ακούραστοι διαβάτες
άστους να φλέγονται μακριά εκεί που η λήθη μένει.

γλυκός σα μέλι ο θάνατος όταν δε σε προσμένει
κι όσοι αγέννητοι θρηνούν τον πόνο που τους μέλλει
ανίκανοι θα ναι να δουν πως μια ζωή μόνο η ζωή τους περιμένει.

Ο Γκρεμός

Πόσο απέχει ένας γκρεμός; Πόσο απέχει ο καθένας από τον δικό του γκρεμό;
Θέλω να μετρήσω τα βήματα. Να κάνω όλες τις πράξεις.
Θα απομείνει ένα κρατούμενο. Όπως πάντα.
Δεν μπορείς να πας πολύ μακριά, αν δεν κάνεις και βήματα προς τα πίσω.
Έχω αρχίσει να πιστεύω πως όσα με απομακρύνουν από τα όσα κάνω
είναι αυτά που είμαι.
Σιχαίνομαι την πεθυμιά μα όλο μου στήνει καρτέρι.
Σιχαίνομαι τον αποχωρισμό αλλά μοιάζει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.

Αν όσα μπορείς να ασπασθείς ότι πιστεύεις ήταν αλήθεια
θα συνέχιζες να τα πιστεύεις; Ή μήπως η αμφιβολία είναι αυτή που σε παρακινεί

Στο σχολείο ξέχασαν να μας διδάξουν ακόμα κάτι…
Το ρήμα δίνω είναι εξαίρεση.
Δεν έχει ούτε ενεργητική ούτε παθητική φωνή. Είναι μεικτό.
Επίσης το ρήμα δίνω δεν κλίνεται.
Ό,τι κάνεις το παθαίνεις όταν δίνεις. Κι αν ό,τι δίνεις το παθαίνεις
τότε το παθαίνουν κι άλλοι…

Κουρασμένα μελαγχολικά μάτια. Θέλουν όσα τους συνέβησαν να τα κατανοήσουν κι άλλοι.
Ποτέ.

Ο χρόνος μετρά πάντα ανάποδα για όσους περιμένουν.
Κι αν η ελπίδα κάποτε τελειώνει, βρίσκεται κι άλλη. Και άλλη. Και άλλη.
Δώσε μου τη σιωπή σου για μια νύχτα. Να την πλέξω με τα δικά μου σχήματα.
Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μου πει μια σιωπή.
Θα μου πει μόνο όσα οι άλλοι άνθρωποι αγνόησαν.
Κι αυτά τα χω ακούσει. Εκατοντάδες φορές.
Τα ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά.

Η πεθυμιά στήνει καρτέρι.
Κι εγώ υπακούω.

Σπασμένα σαγαπώ

το σ’αγαπώ δεν επιστρέφεται
το γνωρίζω.
Αναρωτιέμαι όμως αν επισκευάζεται μετά το τέλος της εγγύησης.
Αν τα σ’αγαπώ μου είναι ανεγγύητα την έχω βαμμένη.
Επιδιορθώνω σημαίνει διορθώνω πρόσθετα κάτι σπασμένο.
Άρα το σπασμένο δε σταματάει να υπάρχει.
Μόνο επικαλύπτεται, δηλαδή καλύπτεται από πάνω.
Κι αν τα σ’ αγαπώ μου είναι ανέγγιχτα
σημαίνει πως προτιμούν να επικαλύπτουν τους άλλους.
χωρίς απαραίτητα κάποιος να τα έχει ακούσει.
Επιθυμούν να κάθονται στο μπαλκόνι παρά να δουν και το υπόλοιπο του σπιτιού
άχαροι φιλοξενούμενοι, γεμάτοι βαθουλώματα από βόμβες
που τους βρήκαν στο πρόσωπο αντί να φτάσουν στην καρδιά.
αν για να με προσέξεις επιβάλλεται να τσιρίξω
προτιμώ να μείνω αμίλητη
η προσευχή μου αποτελείται από μία λέξη.
Προς. Αυτή είναι όλη η ιστορία μου.
Κάτι που ξεκίνησε από για να φτάσει κάπου.
Έχοντας πάντα έναν προορισμό.
Η ενέργεια που μετατρεπόταν και επέστρεφε πάντα απ’ όπου ξεκίνησε με άφηνε απλώς αδιάφορη.
Δεν έχει σκοπό, δεν έχει τέλος, δεν έχει τόπο, περιπλανιέται μονίμως και μόνιμα άσκοπα. Επιζητά να δραπετεύσει αλλά το αποκρύπτει σκοπίμως. Δεν είναι εμφανίσιμη και ζητά εξηγήσεις, αφου παρεξηγεί τα πάντα που της ανοίγονται εμφανώς.

Να μιλάτε, κύριοι!

Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.

Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.

Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.

Ας μείνει μεταξύ μας.
Ας μείνει μεταξύ μας, κύριοι, πως καμιά φωνή ποτέ κανέναν δε θα φτάσει,
αν δεν αποφασίσει να ακούσει μόνος τους ψιθύρους που γεννάνε τις κραυγές.
Κι ας μείνει μεταξύ μας κάτι ακόμα.

Ζητάνε, κύριοι, ανακούφιση. Έτσι είναι.
Μα αν τους ζητήσουμε ανθρωπιά, εκείνοι θα τη βρούνε;

Η γλώσσα της ντροπής

Οι άνθρωποι μιλάνε πολλές γλώσσες. Μία από αυτές είναι η γλώσσα της ντροπής. Συνοστίζονται στα κρυφά και λένε για όλα εκείνα που θέλουν να γίνουν μα δε γίνονται. Ψιθυρίζουν όσα τους πονάνε. Πάντα σιωπηλά. Πάντα στα κρυφά. Γιατί στα δυνατά συνήθισαν να είναι κάποιοι άλλοι. Να είναι εκείνοι που τους ζήτησαν να είναι. Εκείνοι που οι άλλοι θέλουν να βλέπουν. Εκείνοι που δεν έχουν πρόσωπο και μπροστά στον καθένα ανακατασκευάζουν το είδωλο τους σαν να βρίσκονται μπροστά στον καθρέφτη.

Μάταια περιμένω να σε γνωρίσω. Μάταια περιμένω να γνωρίσω τον καθένα. Νιώθω πολλές φορές μόνη. Όχι εκείνο το αίσθημα της μοναξιάς που βαραίνει τον καθένα, ακόμα κι όταν περικυκλώνεται από κόσμο. Αλλά εκείνο το αίσθημα πως κάποια στιγμή θα γυρίσω το κεφάλι και κανείς δε θα βρίσκεται πουθενά. Σαν μια πόλη που την αδειάζει ένας τυφώνας. όλα θα έχουν εγκαταλειφτεί. Θα έχω μείνει πίσω εγώ η ξεχασμένη και θα αναρωτιέμαι ποιος; Ποιος τράβηξε το πανί να δω αυτό που πάντα δεν υπήρχε; Να δω αυτό που δεν υπήρχε εγώ η ξεχασμένη.

Κι εκεί που θα λυσσομανάει ο αέρας και η οργή θα μπερδεύεται με τη δύναμη θα κοιτάω κάτω, έτσι όπως πάντα μου άρεζε. Γιατί στα χαμηλά γεννιούνται τα μεγάλα. Ό,τι μου ήρθε από ψηλά, δεν είχε έρθει για μένα. Ίσως τότε οι απουσίες να πάψουν να υπάρχουν μόνο στην σκέψη, ίσως να πάρουνε μορφή και γίνουν παρουσίες που διψάν να μείνουν αόρατες. Κανείς να μην τις βλέπει, όπως όταν ακόμα υπήρχαν στ αλήθεια.

Γιατί οι άνθρωποι μιλάνε πολλές γλώσσες. Και μια απ’ αυτές είναι η γλώσσα της ντροπής. Είναι η γλώσσα που τους κάνει να πιστεύουνε στα θαύματα και η ίδια που τους κάνει να πιστεύουν πως αν αυτά συμβούν, αυτοί θα μπορούν να τ’ αναγνωρίσουν.

Σωκρατικός Διάλογος

– Tι φοβάσαι πιο πολύ;
– Φοβάμαι να τους αφήσω να με δουν όπως είμαι.
– Γιατί;
– Γιατί έτσι θα αναγκαστώ να με δω κι εγώ.
– Δε σ’ έχεις δει ποτέ μέχρι τώρα;
– Πολλές φορές. Αλλά μόνο έτσι όπως θα ήθελα να είμαι.
Οι άλλοι όμως δε θα με δουν έτσι όπως θα θελα να είμαι, αλλά έτσι όπως όντως είμαι.
Και αυτό είναι κάτι το καινούριο για μένα.
Κάτι το αποκαλυπτικό και έτσι τρομακτικό.
– Δεν είσαι οπαδός της αλήθειας;
– Υποθέτω πως όχι όταν αφορά εμένα.
Είναι δύσκολο όταν αρνείσαι συνειδητά την πλεονεκτική θέση που σου παρέχει η ψευδαίσθηση ότι διαθέτεις τον έλεγχο του πως θα φερθείς, πως θα αισθανθείς, πως θα αφήσεις να εννοηθούν όσα λες.
– Είναι βαριά η ελευθερία λοιπόν;
– Ίσως να φταίει η εικόνα που μας έχουν διαμορφώσει για αυτήν.
– Τι εικόνα είναι αυτή;
– Ανέμελη, εύκολη,γεμάτη σιγουριά,χωρίς φόβους…
– Μη ανθρώπινη;
– …
– Από πότε η ανθρωπιά θεωρείται βάρος;
– Ίσως από τότε που οι άνθρωποι θεώρησαν ότι το να είσαι άνθρωπος θεωρείται αυτονόητο…