Συρματοπλέγματα

Διπλώνει τα πέταλα, να εισχωρήσουν βαθιά μέσα της.
Να ακουμπήσουν εκεί που άλλοι πέρασαν και ύστερα ξεμάκρυναν, βιαστικά.
Συρματοπλέγματα να περιφρουρούν τους θεόρατους φόβους.
Δεν θυμάμαι από που ήρθαν, δε θυμάσαι κι εσύ. Από που μαζεύτηκαν τόσοι;
Το καθήκον τους πάνω απ’όλα, τα βήματα τους δεν εξιχνιάζονται.
Θάβονται σε ένα θολό περιτύλιγμα από υποσχέσεις.
Ξεβάφουν τους τοίχους, για να φανερώσουν την ύπαρξη τους.
Αποστρέφονται το πραγματικό, ίσως από ανασφάλεια συνειδήσεως.
Γυρνούν τις σελίδες μηχανικά, βρίσκουν τον εαυτό τους σε μικρές φτωχές λέξεις.
Και ύστερα επιδεικτικά στρέφονται στους γύρω,
χαμογελούν – βασικό συστατικό τους για να αποδείξουν ότι τα κατάφεραν.
Στην πραγματικότητα η πραγματικότητα τους διαφεύγει,
αυτοί δεν κατάφεραν τίποτα, οι άλλοι μόνο,
όσοι στέκονταν εκεί και τους κοιτούσαν,
χωρίς να μιλούν, χωρίς να θυμώνουν,
κατάφεραν τα πάντα.

= κάνε παρέα σε όσα σε βαραίνουν, μέχρι να θελήσουν να φύγουν.

Advertisements

Ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο

Ανάμεσα στο άσπρο και στο μαύρο, χρωματίζεσαι.
Ανίκανη να μείνεις μέσα στα περιθώρια που σου όρισαν,
μια ζωή θα βάφεις έξω από τις γραμμές που μάταια προσπαθούν να σε κλείσουν εντός τους.
Ξεφτίζεις τις άκρες των ρούχων. Σκορπάς τα φύλλα από τα κλαδιά σου, λες,
«Για να τα ελευθερώσω».
Αναποδογυρίζεις τα δοχεία με τα μελάνια. Γράφεις την ιστορία από την ανάποδη.
Αναθυμιάσεις όλο σου το σώμα.
«Στο διάολο», φωνάζεις, «Στο διάολο όλα! Κλείνουν τον πόθο σε μπουκάλια. Εσωκλείουν στιγμές σε χάρτινες φιγούρες. Δεν είμαι ό,τι μου ζητάνε. Ποτέ δε θα μπορέσω να γίνω. Το ‘ανάμεσα’, αφού μόνο μου δώσανε, το χρωματίζω με καρδιές, έτσι όπως μου αρέσει.»

Ακτή

Εσύ να συνεχίζεσαι μέσα απ’ το κλάμα,
κι όχι το κλάμα να συνεχίζεται απο σένα.
Συμβαίνει!
Συναισθήματα που αλληλοεξουδετερώνονται
και άλλοτε εξουδετερώνουν τους ανθρώπους.
Αυτά που δε κατέκτησες ήταν αυτά που σε κατέκτησαν.
Γίνανε κλέφτες των ονείρων σου
κι εσύ αέναος φυγάς, με φόβο σου το νόστο.
Κρυμμένος πίσω απο κουρτίνες
βλέπεις το χρώμα του ουρανού να μοιάζει στο φευγιό σου.
Καθρεφτίζονται σε όλα οι ψυχές των μόνων!
Ο νους σου μια αδιάσπαστη ακτή,
ρηχά δε γνώρισε.
Έγιναν φάροι οι ψυχές που σε κατοίκησαν
και τώρα σημαδεύουν το περίγραμμα σου.
Τα κύματα χτυπάνε τα ακρωτήρια σου
κι εσύ δειλός προσκυνητής του ταξιδιού,
ζητάς πάλι να φύγεις.
Όπου κι αν πας,
η θάλασσα ενώνεται
και είναι η ίδια που σε κάνει να σκορπάς τα βότσαλα σου…

Θλίψη

Με είδες να περνώ έξω απ’ το σπίτι σου.
Ποτέ δεν πίστεψες στ’ αλήθεια ότι θα ερχόμουν για να σε βρω.
Ήθελα να απαλλαγώ από σένα, μια και καλή.
Σε σημάδεψα στο μέτωπο. Είπες «Δε θα τολμήσεις».
Δε χρειαζόταν να με προκαλέσεις.
Είπες «Αν διώξεις εμένα, θα διώξεις κι ένα κομμάτι σου μαζί».
Χαμογέλασα και σου γύρισα την πλάτη.
Δεν κάνει να δίνουμε στη θλίψη αυτό που γυρεύει να βρει.

Για Aρχή

Πνίγομαι από τον εαυτό μου. Πνίγω τον εαυτό μου.
Ανθεκτική στην ανοικοδόμηση φοβιών. Πρέπει να σταματήσει.
Πρέπει να επιστρέψω σ’ αυτό που υπήρχε πριν δημιουργηθεί όλο αυτό.
Ίσως αν σταματήσω να υποτιμώ, να αρχίσω να εκτιμώ αυτό που είμαι.
Κατακρίνω τα πάντα. Τους γύρω μου. Τα όσα έχω. Αυτά για τα οποία προσπαθώ.
Κι ας μην το κάνω φανερά. Με τρώω σιγά σιγά.
Σαν να μην έχω μια αρχή, παλεύω με τις σκιές που περνούν.
Και περνούν από παντού – και θα περνούν για πάντα.
Είμαι η σκιά της ζωής μου – εγώ ευθύνομαι.
Λέω ότι θα τα ξαναπούμε μόλις είμαι έτοιμη.
Αλλά ποτέ δε θα είμαι έτοιμη αν δεν πετάξω αυτό
που έφαγε από όλους και τώρα τρώει από εμένα.
Τι θέλεις; Τι ζητάς; Κάποια πράγματα θα έπρεπε να είναι απλά.
Τόσο απλά που κι ένα παιδί θα μπορούσε να τα καταλάβει.
Μας έφαγε η μεγαλομανία, τα δήθεν όνειρα, τα δικά σου και τα δικά μου.
Το θα υπάρξω αφού σε βρω. Ποτέ δε θα βρεις τίποτα.
Όσα ζητάς είναι εδώ και εσύ τα σπρώχνεις μακριά σου.
Σκληρή, πόσο σκληρή μπορώ να γίνω, στα λάθος πράγματα, στα λάθος άτομα.