Τετράγωνη Λήθη

Δαχτυλιές σ’ ένα παράθυρο,
γιατί ο χρόνος μπορεί να αντιστραφεί.
Είναι το πριν ή το μετά η φυσική μου κατάσταση;
Αδιαφορώ για το μέλλον, όσο και για το παρελθόν που δε μου ανήκει.

Σ’ ένα δωμάτιο διαμελισμένο από τη λήθη
κρύβονται οι ενοχές.
Ανθρώπινες κραυγές.
Σου φωνάζω πως ξεχνάω,
η μνήμη μου μια ζελατίνα που έχει φθαρεί από το χρόνο.
Αν δεν μου ανήκουν οι στιγμές μου
τότε ανήκουν σε κάποιον άλλον;

Ανθρώπινες κραυγές.
Αδυναμίες που κρύβονται στο χρόνο
με τη μορφή μιας αυθαίρετης ύπαρξης.
Δε θυμάμαι.
Δε θυμάμαι όλα αυτά που ήταν να γίνω.
Ανθρώπινες κραυγές – μόνο αυτό θυμάμαι.
Πόσο σωτήρια μια λέξη που όταν παίρνει μορφή
όλα όσα εννοεί κρύβονται μέσα της.
Πάντα θυμάμαι τις κραυγές.
Αυτές που δεν κατάφεραν να εκφράσουν όλα όσα εννοούν
που καμιά λέξη δεν τις έκανε τη χάρη.
Δεν τις γιάτρεψε, και έτσι κανείς άλλος δε θα πονέσει γι’ αυτές.
Θα μείνουν μόνες να εσωκλείουν τον εαυτό τους.
Μέχρι να ξεχαστούν κι από τις ίδιες.
Κι έτσι να πάψουν να υπάρχουν.
Γιατί ό,τι δεν ονομάζεται από τους άλλους
ξεχνιέται στον χρόνο.
σαν μια λήθη
που κατασκευάστηκε να εσωκλείει τον εαυτό της.
Και οι άκρες της
ακουμπούν μεταξύ τους
διασχίζονται το άπειρο
και γυρνώντας πάλι στο ίδιο σημείο.

Η αρχή και το τέλος συνορεύουν
μέσα στην ακινησία της συνείδησης.

Advertisements

Επιφυλάξεις

Καθρεφτίζεται στη σκέψη μου
η εικόνα σου.
Κάνω το χρόνο μαξιλάρι
και ακουμπώ,
ίσως με κάποια επιφύλαξη,
το κεφάλι μου.
Ξέρω πως θα μου ξεγλιστρήσει.
Στο τέλος.
Όμως, δεν προσβάλει κανέναν, νομίζω,
να στηριχθώ για λίγο επάνω του.
Για λίγο μόνο,
και για όσο μου δίνεται.

Μια τόσο δα κάφτρα

Σε φωνάζω με το μικρό σου όνομα.
Νιώθω ένα μικρό κάψιμο στην άκρη της γλώσσας.
Κάθε φορά.

Να ράψω τη φωνή μου
με τα όσα σε αποτελούν,
μια συνήθεια που ακόμη δεν κατέκτησα.

Και ο κόσμος θα μιλά

Όταν πια σταμάτησες να μιλάς
προκειμένου να ακούσεις για λίγο,
κατάλαβες ότι όλος ο κόσμος σιωπά
για να ακούσει μόνο τον εαυτό του
γύρω του.

Και είναι από απελπισία
που ξαναρχίζει πάλι να μιλά.
Και είναι από ντροπή
που ορκίζεται πως δε θα το ξανακάνει.
Και είναι από ανημποριά
που δεν τηρεί τους όρκους του.

Μη θυμώνεις.
Όλοι στέκουμε στον ίδιο δρόμο.
Όλοι, ασχέτως ο καθένας που κοιτά.
Ανίκανοι να δούμε πως όσο ο κόσμος κι αν μιλά,
και αν σιωπά,
και αν μιλά πάλι ξανά,
θα μιλά,
και θα σιωπά,
και θα μιλά πάλι ξανά,
μέσ’ από μας.

img_current_613_121_large

Παιχνίδια του μυαλού

Προβάρω τις αισθήσεις
στις ακτές που ναυάγησες.
Κεντώ σταυροβελονιά τα όνειρα μου
στις άκρες των δαχτύλων.
Όταν ξεφτίζουν οι γωνίες τους
να χω να λέω
πως απ’ όπου πέρασα εγώ
αυτά ακούμπησαν.
Φέρσιμο του νου, ίσως αλλόκοτο,
να εφεύρει τις άμυνες του.
Να προστατεύσει την ιδιοκτησία του.
Σάμπως κι ό,τι ερμηνεύσαμε
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο
δε μας ανήκει;

Στο που και που

Στο που και που
γυρεύω στις λάσπες πυξίδες λαθραίες
δαγκωμένες στην άκρη, φαγωμένες λιγάκι.
Ακουμπώ σε βράχους που δε στηρίζονται πουθενά,
Είναι μια απάτη των ματιών η σταθερότητα που εμφανίζουν.
Χάνονται αν πάρεις τα μάτια σου, η ύπαρξη τους βασίζεται μόνο στη δική σου.
Οι σκιές κρατιούνται από το φόβο στα όνειρα
και μου πιάνουν κουβέντα.
Στο που και που. Μόνο στο που και που.
Υπολείπομαι φαντασίας όταν συνομιλώ με κάτι που μου μοιάζει,
ή τουλάχιστον με κάτι που γυρεύει κομμάτια μου,
ή είναι αυτά.
Ο φόβος.
Καλός συνομιλητής αν ξέρεις να κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.
Οι οπαδοί του ξέρουν από ενέδρες, αυτά τα χουμε ξαναπεί.
Στο που και που αντιμιλώ στις σκιές κι εκείνες αλλάζουν χρώμα,
ξεφυσούν κι από τα ρουθούνια τους βγαίνει η φωνή μου, εις διπλούν.
“Τι θα είσαι χωρίς εμάς;”
“Τι θα είστε χωρίς εμένα;”
Τις ξεκολώ, μία μία, κι ας μου πήρε χρόνια να τις ράψω πάνω μου.
Στη χώρα του Ποτέ, ποτέ πια.

Οι ιππότες του βυθού

– Θα χαθώ στα βαθιά, για λίγο, το ‘χω ανάγκη.
– Να επιπλέεις, να σε βλέπω, να ξέρω πως δε σε βούτηξαν ακόμη τα υπόγεια ρεύματα τους.
– Πως συνορεύεις με το δίκαιο;
– Τι είναι αυτά; Τι με ρωτάς; Μιλούσαμε για βάθη και ρηχά.
– Το ίδιο μου κάνει. Τι είναι μια επιφάνεια αν δεν έχει από χάμω έναν πάτο για να φλέγεται;
– Τι σε νοιάζουν πια αυτά; Γιατί μόνος μπερδεύεσαι;
– Θέλω να ξέρω αν κάποτε χαθώ, ψάχνοντας για κάτι παραπάνω, μη τυχόν με λησμονήσουν. Και δεν προσέξουν πως δεν είμαι μόνο τα όσα φαίνομαι.
– … Δεν είσαι. Κανείς δεν είναι. Όλοι το ξέρουν. Ο καθένας για τον άλλο.
– Και τότε γιατί κανένας δεν ψάχνει να με βρει; Στο βάθος μου. Στο αληθινό μου βάθος.
– Γιατί φοβούνται, καλέ μου, φοβούνται, τι θα βρεις ύστερα στο δικό τους. Μη θυμώνεις.
– Και τι να κάνω μέχρι ο φόβος να περάσει;
– Γιατί είναι στολισμένα τόσο περίτεχνα ο βυθός αναρωτήθηκες ποτέ σου;
– Περιμένοντας να τον βρουν έβαλε τα καλά του θες να μου πεις;
– Ακριβώς.
– Και πως ήξερε πότε θα ‘ρθουν; Για ποιους θα ετοιμαστει;
– Δεν ήξερε πότε θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται από νωρίς.
Δεν ήξερε ποιοι θα ‘ρθουν. Γι’ αυτό ετοιμαζόταν για όλους. Δεν ήξερε αν θα ‘ρθουν, γι’ αυτό δεν απεπλιζόταν και δεν ήλπιζε. Δεχόταν μόνο την άγνοια του. Κι έτσι έγινε πλούσιος, τόσο πλούσιος που κανείς δεν μπορούσε να το αρνηθεί, ακόμα κι αν μόνο λίγοι, και γενναίοι, τον είχαν δει από κοντά, και διηγιόντουσαν σε άλλους τι είχαν δει. Κι έτσι θα ζούσε περισσότερο από όλους. Και για όλους. Πήγαινε, όμως, τώρα, βγάζει κύμα, να τιμωρήσει ο ουρανός τα ρηχά, που στέκονται ανάμεσα στον ίσκιο και την αρμύρα.